Εργασιακή επισφάλεια και κοινωνική ευαλωτότητα. Μπορεί να γίνει αλλιώς?

 

Μπορεί να γίνει αλλιώς?

Εργασιακή επισφάλεια και κοινωνική ευαλωτότητα: η κατάσταση των πραγμάτων για τη Νέα Γενιά και οι προκλήσεις για τις δημόσιες πολιτικές (σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο).

 

Νίκος Παπαδάκης

Καθηγητής και Διευθυντής του Κέντρου Πολιτικής Έρευνας & Τεκμηρίωσης (ΚΕΠΕΤ), Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Διευθυντής του ΚΕΔΙΒΙΜ του Πανεπιστημίου Κρήτης

Distinguished Visiting Professor at the AGEP of the Zhengzhou University, China

Μαρία Δρακάκη,

Διδάσκουσα Πανεπιστημίου Αιγαίου

Μέλος ΣΕΠ του ΕΑΠ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

 

Η παρούσα μελέτη επικεντρώνεται στην εργασιακή επισφάλεια και στη σχέση της με την κοινωνική ευωλοτότητα και την τρωτότητα ανάμεσα στους/ στις νέους/ ες/ Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στη σχέση της επισφαλούς εργασίας με την κοινωνική ευπάθεια και με τον κίνδυνο της φτώχειας (in-work poverty risk), όσο και με τις επιπτώσεις της εργασιακής επισφάλειας στις συγκροτησιακές συνιστώσες της βιοτικής τροχιάς των νέων. Επισκοπούνται κρίσιμες διαστάσεις του προβλήματος και αναδεικνύονται οι μείζονες προκλήσεις για το πλέγμα των δημόσιων πολιτικών (public policy complex)[1].

1. Εισαγωγή

Η Ελλάδα ήταν η χώρα που επλήγη κατεξοχήν από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Αναντίλεκτα, η παρατεταμένη (δεκαετής) οικονομική ύφεση και τα σκληρά δημοσιονομικά μέτρα που ελήφθησαν στο πλαίσιο των Μεσοπρόθεσμων Πλαισίων Δημοσιονομικής Στρατηγικής (Μνημόνια) στην Ελλάδα επέφεραν μία σειρά από δραματικές μεταβολές στα πεδία της οικονομίας και της απασχόλησης, απορρυθμίζοντας την αγορά εργασίας, αυξάνοντας τα ποσοστά ανεργίας, και ιδίως της νεανικής ανεργίας και έχοντας άμεση επίπτωση στον κοινωνικό ιστό της χώρας (βλ. Papadakis at el 2017, Matsaganis, 2013).

Η προαναφερθείσα διαπίστωση συνδέεται με την (διαπιστωμένη) ραγδαία διεύρυνση του φαινομένου της επισφαλούς εργασίας και της (ποιοτικής και ποσοτικής) αύξησης των επισφαλών μορφών εργασίας στην Ελλάδα (βλ. Παπαδάκης, Δρακάκη, Σαριδάκη 2021α), στις οποίες εξ ανάγκης η νέα γενιά στρέφεται (αρκετά συχνά) ελλείψει εναλλακτικών. Κοντολογίς, έχει δημιουργηθεί μία νέα συνθήκη στην αγορά εργασίας, στο πλαίσιο της οποίας εντείνονται (ειδικά ως προς τη νέα γενιά) οι μορφές εργασίας που χαρακτηρίζονται από επισφάλεια και ελαστικότητα όπως η προσωρινή (και κυρίως εποχική) απασχόληση, η μερική απασχόληση (κυρίως η part-time – εκ περιτροπής- απασχόληση), η λεγόμενη «φασόν» απασχόληση (συμπεριλαμβανομένων των digital – αλλά και των social- nomads, βλ. και ΣΕΠΕ 2021), η αδήλωτη εργασία κ.ά (βλ. Παπαδάκης et al 2020, Παπαδάκης, Δρακάκη, Σαριδάκη 2021α).

Οι επισφαλείς μορφές εργασίας μπορούν να κατηγοριοποιηθούν στη βάση δύο μείζονων παραμέτρων απασχόλησης (ILO, 2011: 7): i. Την περιορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης: σύμβαση ορισμένου χρόνου (fixed-term), βραχυπρόθεσμη, προσωρινή, εποχική, ημερήσια εργασία (day-labour) και προσωρινή εργασία (casual labour) (ILO, 2011: 7). ii. Την φύση της εργασιακής σχέσης: συγκαλυμμένες (disguised) σχέσεις απασχόλησης, μη πραγματικές συμβάσεις αυτό-απασχόλησης (bogus self-employment), συμβάσεις υπεργολαβίας και αντιπροσωπείας (subcontracting and agency contracts) (ILO, 2011: 7).

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα προαναφερθέντα, στο πλαίσιο του Ερευνητικού Έργου με τίτλο «Επισφαλής Εργασία και Νέα Γενιά στην Ελλάδα σήμερα»[2], διεξαγάγαμε δευτερογενή ποσοτική ανάλυση (σε Ε.Ε. και Ελλάδα) και πρωτογενή ποιοτική έρευνα πεδίου σε εθνική κλίμακα.  Κάποια από τα βασικά ευρήματα της δευτερογενούς ποσοτικής ανάλυσης, έχουν ως ακολούθως για την Ε.Ε.:  Τα ποσοστά μερικής απασχόλησης στην ηλικιακή ομάδα 15-24 είναι μεγαλύτερα (από τις υπόλοιπες ηλικιακές ομάδες) σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ε.Ε. και μάλιστα στις περισσότερες από αυτές με σημαντική διαφορά σε ποσοστιαίες μονάδες (32% έναντι 18%- Eurostat 2020f). Το ποσοστό προσωρινής απασχόλησης για την ηλικιακή ομάδα 15-24 ήταν  το 2019 παραπάνω από τριπλάσιο συγκρινόμενο με το αυτό που αντιστοιχεί στην ηλικιακή ομάδα 25-64 (EU28: 42,6% ηλικιακή ομάδα 15-24 έναντι 12,6% ηλικιακή ομάδα 25-64- βλ. Eurostat 2020f).

2. Η επισφαλής εργασία στην Ελλάδα την προηγούμενη δεκαετία.

Στην Ελλάδα, για την περίοδο 2010-2019, εντοπίζονται μεταξύ άλλων τα κάτωθι: (σύμφωνα με τη Eurostat και την ΕΛΣΤΑΤ/ Eurostat 2020a-2020h, ΕΛΣΤΑΤ 2020a και Papadakis et al 2020): i. Τα ποσοστά μερικής απασχόλησης, κατά την τελευταία δεκαετία στην Ελλάδα για τους νέους 15-29 ετών, έχουν σημειώσει σημαντική άνοδο, ενώ το 2019, το ποσοστό των μερικώς απασχολούμενων νέων 15-24 ετών ήταν 30% (βλ. Papadakis et al 2020). Κατά την προηγούμενη δεκαετία (2010-2019) το ποσοστό της προσωρινής απασχόλησης στους νέους 15-24 (31%) ήταν περίπου τριπλάσιο συγκριτικά με τις ηλικιακές ομάδες 25-54 και 55-64. Το συνολικό ποσοστό υποαπασχολούμενων ηλικίας 15-24 στην Ελλάδα από το 2016 και έπειτα σημείωσε μια σημαντική αύξηση, φτάνοντας το 2019 να είναι το μεγαλύτερο ανάμεσα στα Κ-Μ της Ευρωπαϊκής Ένωσης. ii. Ο βασικός λόγος «επιλογής» της μερικής είτε της προσωρινής απασχόλησης (κυρίως για τους νέους) ήταν η αδυναμία εύρεσης θέσης πλήρους απασχόλησης («μη ηθελημένη» επισφαλής απασχόληση). Στο σύνολο των ετών 2010-2019, αυτό ίσχυε για το 60,5% των νέων ηλικίας 15-24 και για το 64,2% (δύο τρίτα περίπου) των ατόμων ηλικίας 25-64, ποσοστά περίπου διπλάσια σε σύγκριση με τα αντίστοιχα της EU28. iii. Από σειρά ευρημάτων, διαπιστώνεται η ισχυρή συσχέτιση μεταξύ μορφωτικού επιπέδου και μερικής- προσωρινής απασχόλησης. Στην Ελλάδα, όπως και στην Ευρώπη, κατά το διάστημα 2010-2019 οι περισσότεροι εργαζόμενοι με καθεστώς μερικής απασχόλησης είχαν μόρφωση που αντιστοιχεί στο επίπεδο ISCED 3-4 (medium skilled). Το 2019, πάνω από τα τέσσερα πέμπτα των νέων ηλικίας 15-24 και σχεδόν οι μισοί εργαζόμενοι ηλικίας 25-64 ήταν απόφοιτοι ανώτερης δευτεροβάθμιας και μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (βλ. αναλυτικά Papadakis et al 2022). iv. Υπάρχει έντονη έμφυλη διάσταση στην επισφαλή απασχόληση. Επί παραδείγματι, σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας 2010-2019, το έμφυλο χάσμα εις βάρος των γυναικών στη μερική απασχόληση ήταν ιδιαίτερα εμφανές και στις δύο ηλικιακές ομάδες (15-24 και 25-64) και σημείωσε επιπλέον αύξηση.  v. Καθίσταται εμφανής η τάση εξελικτικής υπερ-αντιπροσώπευσης επισφαλών μορφών απασχόλησης στις προσλήψεις στον ιδιωτικό τομέα. Στον ιδιωτικό τομέα την τελευταία δεκαετία (από το 2014 και μετά)  σημειώθηκε μια σημαντική αύξηση των προσλήψεων μερικής απασχόλησης, οι οποίες μαζί με αυτές της προσωρινής απασχόλησης ξεπερνούσαν κατά πολύ τις προσλήψεις σε θέσεις πλήρους απασχόλησης. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το 2019, πάνω από τα μισά συμβόλαια- συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των νέων 15-29 ετών είχαν διάρκεια από 4 μέχρι 12 μήνες. v. Οι μερικώς απασχολούμενοι εργαζόμενοι, που διέτρεχαν κίνδυνο φτώχειας στην Ελλάδα, ήταν υπερδιπλάσιοι συγκριτικά με τους εργαζομένους πλήρους απασχόλησης, ενώ οι εργαζόμενοι προσωρινής απασχόλησης διέτρεχαν (αντίστοιχα) σχεδόν τριπλάσιο κίνδυνο να φτωχοποιηθούν. Όσον αφορά τόσο τη μερική όσο και την πλήρη απασχόληση, η Ελλάδα εμφανίζει μεγαλύτερα ποσοστά κινδύνου φτώχειας από την EU28 (περίπου διπλάσια κατά μέσον όρο- βλ. Eurostat 2020d). Προκύπτει λοιπόν η ισχυρή συσχέτιση μεταξύ επισφαλούς απασχόλησης, κοινωνικής ευπάθειας και κινδύνου φτώχειας. vi. Από τα (λίγα) στοιχεία που είναι διαθέσιμα, φαίνεται ότι είναι ιδιαίτερα υψηλό το ποσοστό της αδήλωτης εργασίας στην Ελλάδα. Επίσης, σύμφωνα με τα υπάρχοντα δεδομένα, εκτιμάται ότι είναι αρκετά μεγάλο το ποσοστό της εν μέρει δηλωμένης μισθωτής εργασίας (συνδυασμός δηλωμένης και αδήλωτης εργασίας).

3. Εργασιακή επισφάλεια, κοινωνική ευαλωτότητα και βιοτική τροχιά των νέων. Για την κατάσταση των πραγμάτων σήμερα.

Τα προαναφερθέντα κύρια ευρήματα της δευτερογενούς ποσοτικής ανάλυσης επιβεβαιώνονται και την πρωτογενή ποιοτική έρευνα που διεξαγάγαμε για την ελληνική περίπτωση (βλ. αναλυτικά Papadakis et al 2021 και Παπαδάκης κ.ά. 2021β: 167-319). Όπως προέκυψε από αυτήν, οι νέοι (18-29 ετών) στην Ελλάδα φαίνεται να απασχολούνται, ως επί το πλείστον σε επισφαλείς μορφές εργασίας είτε με σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου (κυρίως μερικού ωραρίου), εκ περιτροπής εργασία και δηλωμένη αυτό-απασχόληση, είτε με αδήλωτη εργασία σε επιχειρήσεις/εταιρείες ή αδήλωτη αυτό-απασχόληση ή αδήλωτη τηλεργασία. Αξίζει να επισημανθεί ότι η επισφαλής εργασία στους νέους  φαίνεται να έχει λάβει εκτατικές διαστάσεις και παρατηρείται (βάσει των ερευνητικών ευρημάτων) σε αρκετούς τομείς οικονομικής δραστηριότητας και επαγγελματικούς κλάδους όπως: υπηρεσιών, εστίασης, φαρμακοβιομηχανίας, παραϊατρικών επαγγελμάτων, αθλητισμού, τηλεπικοινωνιών, ηλεκτρονικού εμπορίου κ.λπ.. Τα δε βασικά χαρακτηριστικά των επισφαλών μορφών εργασίας, ιδίως όταν εντάσσονται στο πλαίσιο σύναψης συμβάσεων, στις περισσότερες των περιπτώσεων φαίνεται να λαμβάνουν συνδυαστική μορφή, δηλαδή να υπάρχει ένας συνδυασμός αφενός αναντιστοιχίας μεταξύ της συναφθείσας σύμβασης και της πραγματικής απασχόλησης (σε ώρες, ημέρες, απολαβές και ένσημα), και ενίοτε ένας συνδυασμός δηλωμένης και αδήλωτης εργασίας. Αναδεικνύεται λοιπόν μία ευρύτερη τάση διεύρυνσης και «κανονικοποίησης» των μορφών επισφαλούς εργασίας αναφορικά με τη νέα γενιά, ιδίως του συνδυασμού δηλωμένης και αδήλωτης εργασίας αλλά και της αποκλειστικά αδήλωτης εργασίας καθώς και εκτεταμένης ελαστικοποίησης των όρων εργασίας που ενισχύει την κοινωνική ευαλωτότητα και τρωτότητα.

Διαμορφώνεται, έτσι ένα νέος δυϊσμός της αγοράς εργασίας (labour market dualization), μία νέα νόρμα, ο οποίος αφορά στους νέους που είναι επισφαλώς εργαζόμενοι: ως insiders δύναται να θεωρηθούν οι επισφαλώς εργαζόμενοι που απασχολούνται στο πλαίσιο ενός πιο δομημένου και λιγότερου ελαστικοποιημένου εργασιακού καθεστώτος, με πιο «κανονικούς»- ρυθμισμένους όρους απασχόλησης. Οι outsiders είναι οι νέοι/ες, που είναι επισφαλώς εργαζόμενοι και απασχολούνται με πολύ ελαστικοποιημένους και «ευέλικτους» όρους εργασίας, και με αυξημένο κίνδυνο να βιώσουν το «φαινόμενο (του) τρόμου» (κατά Lodovici & Semenza, 2012: 7).

Προέκυψε επίσης ότι οι νέοι «επιλέγουν» να εργαστούν σε επισφαλείς θέσεις απασχόλησης, κυρίως για λόγους βιοπορισμού και επιβίωσης και προκειμένου να εξέλθουν από το καθεστώς ανεργίας στο οποίο βρίσκονται, είτε λόγω έλλειψης εναλλακτικών επιλογών (ο «βαθμός απελπισίας» όπως ανέφερε χαρακτηριστικά μία από τις συμμετέχουσες στις ερευνητικές συνεντεύξεις- βλ. Παπαδάκης κ. ά. 2021β).

Η υγειονομική κρίση, η οποία εξέβαλλε σε κοινωνική και οικονομική κρίση επέτεινε το πρόβλημα. Oι επιπτώσεις της πανδημίας στην (ήδη εξαρθρωμένη- βλ. Παπαδάκης κ.ά. 2021β) αγορά εργασίας ήταν πολυδιάστατες και επηρέασαν το σύνολο των κλάδων της οικονομίας, αλλά και την αγορά εργασίας, αυξάνοντας την επισφάλεια στην απασχόληση. Μεταξύ άλλων (βλ. Eurostat 2021a- 2021e, Eurofound 2020 & 2021, ΕΛΣΤΑΤ 2020a- 2020d, ΕΛΣΤΑΤ 2021a-b, ΕΙΕΑΔ 2020, Κώτσιος 2020, Λαλιώτη 2020, ΓΣΕΕ 2020, Papadakis et al 2021, Παπαδάκης κ.ά. 2021β): Οι επιπτώσεις της πανδημίας COVID-19 και οι απώλειες εισοδήματος, σε επίπεδο Ε.Ε., ήταν ιδιαίτερα μεγάλες για τις πιο ευάλωτες υποομάδες του εργατικού πληθυσμού. Έπληξαν ιδιαίτερα τους χαμηλόμισθους και τους επισφαλώς εργαζόμενους, παρά τα προσωρινά μέτρα πολιτικής που θεσπίστηκαν σε όλα τα κράτη μέλη. Σε ολόκληρη την EU27, πάνω από το ένα τέταρτο των εργαζόμενων, μέχρι το καλοκαίρι του 2020, είχαν χάσει την εργασία τους, είτε προσωρινά (23%) είτε μόνιμα (5%), ενώ από τις επιπτώσεις της πανδημίας σε πανευρωπαϊκό επίπεδο επλήγησαν περισσότερο οι νέοι. Τα υψηλότερα ποσοστά μειώσεων εισοδήματος λόγω (προσωρινής ή μόνιμης) απώλειας θέσεων εργασίας, όπως και μειωμένου ωραρίου εργασίας, στα Κ-Μ της EU27 παρατηρήθηκαν στους εργαζόμενους σε προσωρινές θέσεις απασχόλησης και τους νέους εργαζόμενους ηλικίας 15-24 ετών, για τους οποίους η εκτιμώμενη απώλεια εισοδήματος ήταν πάνω από δύο φορές υψηλότερη σε σχέση με την ηλικιακή ομάδα 25-65. Επίσης, οι γυναίκες φαίνεται ότι επηρεάστηκαν σε μεγαλύτερο βαθμό, κυρίως επειδή ο αριθμός τους είναι παραδοσιακά μεγαλύτερος στους τομείς οικονομικής δραστηριότητας και συνακόλουθα στους τομείς απασχόλησης, που κατά κύριο λόγο πλήττονται περισσότερο από την πανδημία. Επίσης, για ένα σημαντικό ποσοστό Ευρωπαίων η οικονομική κατάσταση επιδεινώθηκε σε σύγκριση με την περίοδο πριν από την πανδημία. Τόσο για το πρώτο όσο και για το δεύτερο τρίμηνο του 2020, αναφορικά με τις απουσίες από την εργασία αλλά και τη μείωση των ωρών εργασίας, οι κλάδοι που επηρεάστηκαν περισσότερο ήταν αυτοί που σχετίζονταν με την παροχή υπηρεσιών (εμπόριο, ξενοδοχεία, εστιατόρια, μεταφορές, επικοινωνίες και άλλες υπηρεσίες). Η μείωση των ωρών εργασίας ήταν επίσης έντονη στους κλάδους των χρηματοπιστωτικών, επιχειρηματικών και άλλων υπηρεσιών, τομείς στους οποίους τα ποσοστά εργασίας από το σπίτι ήταν υψηλά. Οι χώρες που βασίζονται περισσότερο στον τουρισμό (όπως η Ελλάδα) φαίνεται ότι είχαν τη μεγαλύτερη μείωση εισοδήματος. Είναι ενδεικτικό ότι στην Κρήτη (όπου η τοπική οικονομία βασίζεται σημαντικά στον τουρισμό) υπήρξε ραγδαία αύξηση της ανεργίας ειδικά μετά την έναρξη του δεύτερου κύματος της πανδημίας και συνακόλουθα τα νέα περιοριστικά μέτρα. Έτσι στην Περιφέρεια Κρήτης, η οποία ήταν η Περιφέρεια στην Ε.Ε. με την μεγαλύτερη αύξηση της ανεργίας, το 2020 έκλεισε με αύξηση της ανεργίας κατά 5,6% (από 12,3% το Δεκέμβριο του 2019 ανήλθε στο 17,9% το Δεκέμβριο του 2020). Ποσοστιαία μεταβολή της τάξεως δηλαδή του 45,5%, μέσα σε ένα χρόνο, ενώ τον Οκτώβρη του 2020 η ποσοστιαία μεταβολή είχε ανέλθει στο 60.8% μέσα σε ένα χρόνο (ΕΛΣΤΑΤ 2021: 3).

Τούτων δοθέντων, επλήγη ιδιαίτερα (σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο) μια σημαντική κατηγορία επισφαλώς εργαζομένων, δηλαδή οι εποχικοί εργαζόμενοι. Ειδικά οι νέοι που είναι και επισφαλώς εργαζόμενοι είναι αυτοί που κατ’ εξοχήν επλήγησαν από τις επιπτώσεις της πανδημίας (βλ. αναλυτικά Papadakis et al 2021).

Στην Ελλάδα, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ (2020d), το ποσοστό εργαζομένων σε θέσεις μερικής απασχόλησης κατά το τρίτο τρίμηνο του 2020 ήταν 8,2%, ενώ το ποσοστό των ατόμων που είχαν προσωρινή εργασία ήταν 7,2%. Η μερική απασχόληση εμφανίζεται μειωμένη κατά 9,9% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο  και 11% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους (κυρίως λόγω μετάβασης σε καθεστώς ανεργίας). Η προσωρινή απασχόληση παρουσίασε αύξηση σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο κατά 8,4% και μείωση σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους κατά 26,7%.

Στο διάστημα 2019-2020, η «υποτονικότητα» της αγοράς εργασίας» (labour market slack[3]– βλ Eurostat 2021a), στην Ελλάδα έπληξε περισσότερο τους νέους ηλικίας 15-24 σε σχέση με τα άτομα ηλικίας 25-54, διευρύνοντας περισσότερο την επισφάλεια τους. Η υποτονικότητα αυτή ήταν κατά πολύ υψηλότερη από την αντίστοιχη του μέσου όρου των κρατών μελών της EU27. Και στα τρία πρώτα τρίμηνα της πανδημίας COVID-19, η Ελλάδα ήταν ανάμεσα στις τρεις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά υποτονικότητας στην αγορά εργασίας.  Το τέταρτο τρίμηνο του 2020 ανάμεσα στα Κ-Μ της Ε.Ε., η Ισπανία (25,1%), η Ελλάδα (23,5%) και η Ιταλία (21,9%) σημείωσαν τα υψηλότερα ποσοστά υποτονικότητας αγοράς εργασίας, στο σύνολο του εργατικού δυναμικού (βλ. Eurostat, 2021a, 2021b, 2021c).

Τέλος αξίζει να σημειωθεί ότι η Ελλάδα, στο δεύτερο τρίμηνο του 2020, ήταν μία από τις χώρες με τα υψηλότερα μείωσης ωρών εργασίας, ενώ σύμφωνα με το Eurofound (2020) η Ελλάδα ήταν μία από τις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά ατόμων (14%) που έχασαν (προσωρινά ή μόνιμα) τη δουλειά τους κατά τη διάρκεια της πανδημίας (όπως και η Ισπανία). Η συνολική απώλεια θέσεων μισθωτής απασχόλησης τον Μάρτιο του 2020 συγκριτικά με τους αμέσως προηγούμενους μήνες ανήλθε σε 41.903 θέσεις, «ενώ τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους το ισοζύγιο ήταν θετικό κατά 43.373 θέσεις» (Καμινιώτη 2020: 32). Οι μεγαλύτερες απώλειες εντοπίζονται στον κλάδο «Δραστηριότητες υπηρεσιών εστίασης» (-21.919 θέσεις). Αυτές αποτελούν το 52,31% των χαμένων θέσεων ενώ το 73,77% του συνόλου των χαμένων θέσεων αντιστοιχεί σε θέσεις μερικής (50,71%) και εκ περιτροπής (23,06%) απασχόλησης (ΕΙΕΑΔ 2020). Προκειμένου να διαμορφωθεί μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα, σε αυτές τις θέσεις χρειάζεται να προστεθούν ακόμη και 43.420 θέσεις, οι οποίες αναμένονταν, αλλά τελικά δεν δημιουργήθηκαν ποτέ (Κώτσιος, 2020). Το Μάρτιο του 2020 λοιπόν «χάθηκαν περισσότερες από 80.000 θέσεις απασχόλησης. Αντίστοιχα και τον μήνα Απρίλιο του τρέχοντος έτους (σ.σ. 2020), το ισοζύγιο ήταν μεν θετικό, υπολειπόταν όμως του αντίστοιχου μήνα του προηγούμενου έτους κατά 103.690 θέσεις. Αντιθέτως, τον Ιούνιο, όταν τα περισσότερα μέτρα για τις μετακινήσεις και τη λειτουργία της οικονομίας είχαν αρθεί και ξεκινούσε η τουριστική περίοδος, το ισοζύγιο του τρέχοντος έτος ήταν θετικό» (Καμινιώτη 2020: 32).

Το δεύτερο και τρίτο κύμα της πανδημίας και τα πολύμηνα περιοριστικά μέτρα που επιβλήθηκαν φαίνεται ότι μετέβαλαν την, ήδη ιδιαίτερα δυσμενή κατάσταση, στην αγορά εργασίας (η οποία είχε προσωρινά, κατά τι, βελτιωθεί το Γ΄ τρίμηνο του 2020, λόγω της άρσης του πρώτου lockdown και την προσωρινή – όπως αποδείχθηκε- μερική επανεκκίνηση της οικονομίας), επί τα χείρω, αυξάνοντας, μεταξύ άλλων και την επισφάλεια στην απασχόληση.

Παρά τη μικρή βελτίωση που παρατηρήθηκε κατά το τρίτο τρίμηνο του 2020 (σε σύγκριση με τα δύο προηγούμενα), η κατάσταση(σε επίπεδο απασχόλησης και εισοδήματος) επιδεινώθηκε στην Ελλάδα στη δεύτερη φάση της πανδημίας, κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2020 και το πρώτο τρίμηνο του 2021. Πιο συγκεκριμένα, κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2020 παρουσιάστηκε περαιτέρω αύξηση των συνεπειών της πανδημίας. Τα ποσοστά απουσίας από την εργασία καθώς και αυτά εργασίας στο σπίτι αυξήθηκαν, ενώ οι ώρες εργασίας μειώθηκαν σε σχέση με το τρίτο τρίμηνο του 2020 (Eurofound 2021). Όπως ήδη επισημάναμε, η Ελλάδα εν μέσω πανδημίας εμφάνιζε (όπως και αμέσως πριν) τα υψηλότερα ποσοστά υποτονικότητας της αγοράς εργασίας στην Ε.Ε. (μαζί με την Ισπανία) για το σύνολο του εργατικού δυναμικού (βλ Eurostat, 2021a, όπ. παρατ. στο Papadakis et al, 2021: 36). Αξίζει να σημειωθεί ότι, κατά το πρώτο τρίμηνο του 2021, η υποτονικότητα της αγοράς εργασίας που σχετίζεται με τους νέους ηλικίας 15-24 ετών στην Ελλάδα ήταν 55,4%, ποσοστό το οποίο ήταν το υψηλότερο ανάμεσα στα κράτη μέλη της EU27, όπου συνολικά υπήρξε αύξηση της υποτονικότητας της αγοράς εργασίας, ειδικά για τους νέους (Eurostat 2021b, 2021e).

Η κατάσταση στην αγορά εργασίας και ειδικά σε ότι αφορά τους νέους στην Ελλάδα επιδεινώθηκε στις αρχές του 2021 και ειδικότερα στο 1ο εξάμηνο του 2021. Συγκεκριμένα τον Ιούλιο του 2021: η συνολική ανεργία παρέμενε  ιδιαίτερα υψηλή (14,6% –  άνδρες: 11,4% & γυναίκες: 18,5%), αν και μειώθηκε ελαφρά σε σχέση με το Δεκέμβριο του 2020. Η νεανική ανεργία (15-24 ετών) αυξήθηκε και έφτασε το 37,6% (άνδρες: 36,6% & γυναίκες: 38,9%/ Eurostat, 2021g; Eurostat, 2021j), υπερ-διπλάσια από την, επίσης αυξημένη, νεανική ανεργία στην Ε.Ε. στην οποία ο Μ.Ο. ήταν 16,2% (άνδρες: 15,9% & γυναίκες: 16,5%/  Eurostat, 2021g; Eurostat, 2021j). Ήταν το υψηλότερο ποσοστό νεανικής ανεργίας στην Ε.Ε.-27 (Eurostat, 2021g).

Αναφορικά με τις επιπτώσεις της πανδημίας του Covid-19 στην κατάσταση της απασχόλησης των νέων, όπως προέκυψε από τα ερευνητικά ευρήματα της ποιοτικής έρευνας (βλ. και Papadakis et al, 2021 και Παπαδάκης κ..α 2021β), καταδεικνύεται ότι τόσο η πανδημία όσο και τα μέτρα που, αναπόφευκτα, επιβλήθηκαν για την αντιμετώπισή της υγειονομικής κρίσης (π.χ. καθολικό lockdown), είχαν αντίκτυπο στην πλειοψηφία σχεδόν των επισφαλώς εργαζόμενων νέων, επηρεάζοντας τόσο τους όρους όσο και τις συνθήκες εργασίας τους και υποβαθμίζοντας, συνακόλουθα, το βιοτικό τους επίπεδο:

  • i. είτε λόγω μείωσης των χρηματικών τους απολαβών ή και έντασης εργασίας λόγω τηλεργασίας: «Σ.: Η εργασία μου επηρεάστηκε […], αρχικά με αναστολή και κατόπιν όταν επανήλθα στην εργασία μου με μειωμένες απολαβές. [..] Το ωράριο παρέμεινε το ίδιο, ναι» (Γ.Ι.5, Γιάννης), – «Σ.: Μετά το lockdown μειώθηκαν οι ώρες. Δύο ώρες λιγότερες. Είναι και πιο πιεστικό το κλίμα, γιατί τώρα η επιχείρηση μετά το lockdown έχει μπει μέσα. Είναι πιο πιεστικά, δηλαδή […], να είμαστε προσεκτικοί με την εργασία μας, το πώς κινούμαστε στο χώρο γιατί είναι επίφοβο να κλείσουμε. Δεν είναι τίποτα σίγουρο. Δεν μας έχουν πει δεν κλείνει η επιχείρηση και έχετε σίγουρη δουλειά» (Α.Ι.7, Άννα). -Σ.: ….Αλλά θα πω, ναι, το σπίτι δεν είναι ο κατάλληλος εργασιακός χώρος. […], η δουλειά ήτανε και εξ αποστάσεως και η σχολή. Ήσουνα στην ίδια καρέκλα, στην ίδια οθόνη από τις δέκα το πρωί έως τις δέκα το βράδυ. Κάποια στιγμή το ωράριο εκεί πέρα δεν μπορεί να συγκρατηθεί.» (Γ.Ι.6, Κωνσταντίνος, ερ. 35α & ερ. 35β).
  • ii. είτε λόγω μετακύλησης σε καθεστώς ανεργίας, αναστολής εργασίας ή μη καταβολής χρηματικών απολαβών από τους/τις εργοδότες/τριες: «Σ.: Ναι. Επηρεάστηκε αρκετά γιατί εκεί έμεινα άνεργη για δύο μήνες. Εκεί που ήταν να δουλεύω, δεν είχα ούτε αναστολή δηλαδή, επειδή είναι εποχιακό, όταν ξεκίνησε το lockdown δεν εργαζόμουν. Ήμουνα άνεργη. Τον καιρό που θα ήταν να ξεκινήσω την εργασία μου, ξεκίνησε το lockdown, έμεινα άνεργη για δύο μήνες(Α.Ι.2., Γεωργία, ερ. 35α).

Δεν φαίνεται στους/στις περισσότερους/ες από αυτούς/ές να επηρέασε αρνητικά ή, έστω, σε σημαντικό βαθμό τις ισορροπίες τους ή/και τις σχέσεις τους με την οικογένεια τους.  Σε κάποιες ωστόσο περιπτώσεις νέων, η μεταβολή της εργασιακής τους κατάστασης λόγω πανδημίας, είχε ως αποτέλεσμα να ενταθεί ο βαθμός ανασφάλειάς τους, λόγω του ό,τι επήλθαν σε καθεστώς αναστολής εργασίας, κατά τη διάρκεια του lockdown, – το οποίο τους επιβάρυνε ψυχολογικά, με αποτέλεσμα να τους οδηγήσει σε κοινωνική απομόνωση και ενίοτε στη διάρρηξη των οικογενειακών ή/ και των κοινωνικών τους σχέσεων.

Αξίζει να επισημανθεί, ότι σε ό,τι αφορά στους/στις νέους/ες που είναι είτε αδήλωτοι/ες εργαζόμενοι/ες είτε αδήλωτοι/ες ελεύθεροι επαγγελματίες, φαίνεται ότι η πανδημία και το επακόλουθο lockdown που επιβλήθηκε στη χώρα, τους/τις επηρέασε σε παρόμοιο βαθμό με τους/τις νέους/ες, που εργάζονταν με συμβάσεις εργασίας. Δηλαδή ως προς τη μείωση των χρηματικών απολαβών ή/και του εργασιακού ωραρίου, -εργασιακή κατάσταση-, η οποία συνεχίστηκε και μετά τη λήξη του πρώτου lockdown, στους/στις περισσότερους/ες νέους/ες που εργάζονταν με καθεστώς αδήλωτης εργασίας. Γεγονός που επιβάρυνε την ήδη επισφαλή κατάσταση στην οποία βρίσκονταν, πριν από την πανδημία του Covid-19: «Σ.: Εγώ τότε ήμουν σε μια φάση που αναζητούσα εργασία στον τομέα μου, ως […] δηλαδή. Έβλεπα ότι ακόμα και εθελοντική εργασία είχε προαπαιτούμενα, οπότε ήταν πολύ δύσκολο να ανταποκριθώ κάπως και, ναι, μέσα στο lockdown δεν είχα καταφέρει να βρω ούτε το ελάχιστο, στο να δουλέψω έστω και για ένα μεροκάματο (Γ.ΙΙ.1, Δημοσθένης).

Ωστόσο αυτό που προκαλεί εντύπωση αναφορικά με τους/τις νέους/ες που απασχολούνται με αδήλωτη εργασία στο πλαίσιο της άτυπης (και παράτυπης) εργασιακής συμφωνίας-συναίνεσης μεταξύ αυτών και των εργοδοτών/τριών, είναι ότι, ακόμα και στην πανδημία και στην επιβολή του lockdown, η οργάνωση και η λειτουργία αυτού του «(παρ)άτυπου» σχήματος εργασίας/εργασιακού καθεστώτος φαίνεται να διατήρησε τα χαρακτηριστικά της. Συγκεκριμένα, όπως προέκυψε από τα ερευνητικά ευρήματα, οι νέοι/ες που απασχολούνταν με αδήλωτη εργασία σε επιχειρήσεις και εταιρείες «εντάχθηκαν», κατά τη διάρκεια του lockdown, και αυτοί/ές σε ένα άτυπο, οιονεί, καθεστώς αναστολής εργασίας (χωρίς όμως εισοδηματική στήριξη), και μετά τη λήξη του lockdown.

Καταδεικνύεται λοιπόν ότι τόσο η πανδημία όσο και τα περιοριστικά μέτρα, που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης, και οι  μετασχηματισμοί στην αγορά εργασίας, που επήλθαν λόγω της πανδημίας και της συνακόλουθης οικονομικής Κρίσης-Ύφεσης,  δείχνουν να εκβάλουν στην περαιτέρω επιδείνωση του εργασιακού status αρκετών νέων και συνακόλουθα στη μεταγωγή τους σε ένα πολύ πιο επισφαλές εργασιακό καθεστώς, προκαλώντας ουσιαστικά μία ρήξη στην ήδη επισφαλή βιοτική τους τροχιά.

Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί και στην σημαντική αύξηση του ποσοστού των Neets (young people not in education, employment or training). Στο 1o Τρίμηνο του 2021 το ποσοστό των Neets στην Ελλάδα έφτασε το 13,2% στις ηλικίες 15-24 (άνδρες: 13,8% & γυναίκες: 12,6%/ Eurostat, 2021h) και το 20,4% στην ηλικιακή κατηγορία 15-29 (άνδρες: 19,9% & γυναίκες 20,8%/ Eurostat, 2021h) έναντι 11,3% και 13,8% αντίστοιχα στην Ε.Ε.-27 (Eurostat, 2021h). Το ποσοστό των Neets, στην ηλιακή ομάδα 15-24 αυξήθηκε κατά περίπου 10% σε σχέση με το 2019 (σε 1,5 χρόνο δηλαδή), όταν και είχε μειωθεί στο 12,5% (Eurostat 2020r), Το πολύ υψηλό ποσοστό των νέων (κι ειδικά στις ηλικίες 25-29) που ουσιαστικά «απέχουν από κάθε μείζονα θεσμική μέριμνα του Κοινωνικού Κράτους» και συνιστούν κατεξοχήν κοινωνικά ευάλωτη ομάδα (Παπαδάκης, 2013: 16) είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό και συγχρόνως ενδεικτικό των επιπτώσεων της πανδημίας στην αγορά εργασίας.

Θα αποτελούσε παράλειψη να μην αναφερθούμε και στο μείζον (και πάγιο) πρόβλημα της μακροχρόνιας ανεργίας, καθώς αυτή αποκρυσταλλώνεται σε διαθρωτικό πρόβλημα και αποσυναρτά  περαιτέρω τον άνεργο από την αγορά εργασίας (βλ. αναλυτικά Παπαδάκης 2005).  Στο 1ο Τρίμηνο του 2021 το ποσοστό της μακροχρόνιας ανεργίας (15-74 ετών) ήταν στην Ελλάδα 10% (άνδρες: 7,5% & γυναίκες: 13,2%/ Eurostat, 2021i), σχεδόν τετραπλάσιο δηλαδή από τον αντίστοιχο  ευρωπαϊκό Μ.Ο., που ήταν 2,8% (άνδρες: 2,6% & γυναίκες: 2,9%/ Eurostat, 2021i).

Τέλος αξίζει να σημειωθεί ότι σχεδόν σε όλες τις προαναφερθείσες παραμέτρους της ανεργίας, η έμφυλη διάσταση είναι παραπάνω από ορατή.

Τον Σεπτέμβριο του 2021, μετά και την πλήρη επανεκκίνηση της οικονομικής δραστηριότητας το καλοκαίρι και την επιτυχημένη τουριστική περίοδο, παρατηρείται μια σημαντική βελτίωση στα κρίσιμα μεγέθη της αγοράς εργασίας. Η συνολική ανεργία μειώθηκε στο 13.3%, ωστόσο παρέμεινε η δεύτερη υψηλότερη στην Ε.Ε.-27 (Eurostat 2021h). Σημαντική ήταν και η μείωση της νεανικής ανεργίας, κυρίως λόγω εποχικής εργασίας, η οποία βρέθηκε στο 24,5%(Eurostat 2021d), παρέμενε όμως ακόμα υψηλή. Οι ίδιες τάσεις παρατηρούνται και στο τέλος του 2021 (Δεκέμβρης 2021: 12,8%- ΕΛΣΤΑΤ 2022: 1). Επιπρόσθετα, κυρίως λόγω και της καλής τουριστικής περιόδου του 2022, η ανεργία έπεσε περαιτέρω και τον Σεπτέμβρη του 2022 ήταν 11,8%, ενώ η νεανική ανεργία παρέμεινε περίπου στα ίδια επίπεδα (28,5%- ΕΛΣΤΑΤ 2022β: 3).

4. Οι προκλήσεις για το πλέγμα των δημόσιων πολιτικών και την περιφερειακή στρατηγική.

Η διευρυμένη και (συχνά) εξαναγκαστική, νεόδμητη εργασιακή «κανονικότητα» (με τη συχνή παραβίαση των εργασιακών δικαιωμάτων των επισφαλώς εργαζόμενων νέων και συνακόλουθα τις σοβαρές επιπτώσεις στις εργασιακές σχέσεις) δείχνει να οδηγεί σε μία ανακατασκευή της «ηθικής της εργασίας» (βλ. και Τσιώλης 2005), με επικυρίαρχες τις (παράτυπες) εργασιακές νόρμες, οι οποίοι εγγράφονται στο (εργασιακό) habitus (βλ. Bourdieu 1990). Αυτές πλαισιώνονται συχνά από έναν επιβεβλημένο «νόμο της σιωπής», τόσο από την πλευρά των εργοδοτών όσο και από την πλευρά των εργαζομένων, στον οποίο οι τελευταίοι (εξ ανάγκης) συχνά συναινούν για λόγους βιοπορισμού και επιβίωσης και ελλείψει εναλλακτικών.

Τα προαναφερθέντα θεωρούμε ότι έχουν εκβάλλει στη δημιουργία ενός νέου είδους «πρεκαριάτου» (βλ. Standing 2014) ανάμεσα στη Νέα Γενιά στην Ελλάδα, με κύριες συνισταμένες την επισφάλεια, την αβεβαιότητα, την τρωτότητα και την κοινωνική ευαλωτότητα (βλ. και Σπυριδάκης 2018), αλλά και τη σταδιακή αποδυνάμωση του «standard framework of biography» (Alheit & Bergamini, 1998: 122) των νέων.

Οι συνέπειες αυτών ενδέχεται να αποβούν καθοριστικές και εκτατικές για την κοινωνική συνοχή και η ανάγκη για αλλαγή παραδείγματος (paradigm shift) στην αγορά εργασίας συνιστά μια επίμονη πρόσκληση, τόσο για τις πολιτικές απασχόλησης όσο και για την κοινωνική πολιτική. Το βέβαιο είναι ότι η προαναφερθείσα (πολυπόθητη) ανάκαμψη, και μάλιστα εν μέσω μιας άλλης πολυδιάστατης κρίσης (της ενεργειακής- πληθωριστικής) το μείζον «στοίχημα» δηλαδή της επόμενης μέρας, προϋποθέτει ένα νέο ολοκληρωμένο παραγωγικό- αναπτυξιακό μοντέλο (με έμφαση στην τόνωση της ενεργού ζήτησης, ειδικά αναφορικά με τη νέα γενιά, που υφίσταται περισσότερο τις συνέπειες των κρίσεων και των μετασχηματισμών- βλ. και Green 2017) και συγχρόνως ένα ισχυρό Κοινωνικό Κράτος, στην κατεύθυνση ενός αναδιανεμητικού πραγματισμού.

Είναι φανερό λοιπόν ότι καθίσταται επιβεβλημένη η αναζήτηση ενός νέου παραγωγικού- αναπτυξιακού μοντέλου, βασισμένου στην αξιολόγηση επιπτώσεων (impact assessment) και στη διάγνωση αναγκών και δυνατοτήτων (needs assessment). Κι αυτό γιατί όλα τα προαναφερθέντα ανακινούν ευρύτερα ζητήματα απονεύρωσης της κοινωνικής συνοχής, συσχετισμένα με την εξελικτική εξάρθρωση της αγοράς εργασίας και εγείρουν μια σειρά από προκλήσεις για το πλέγμα των δημόσιων πολιτικών (public policy complex), σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο.

  • Χρόνιες παθογένειες, νέα προβλήματα και πάγιες προκλήσεις πρέπει να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά, ενώ συγχρόνως κάποια από τα μέτρα στήριξης για τις επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους, πρέπει να συνεχιστούν και να ενισχυθούν περισσότερο και μετά το πέρας της υγειονομικής κρίσης, λόγω και της υφιστάμενης ενεργειακής και πληθωριστικής κρίσης.
  • Παράλληλα όμως είναι απαραίτητο να σχεδιασθούν και να υλοποιηθούν, μεγάλης κλίμακος, πρωτοβουλίες και δράσεις σε πεδία- προκλήσεις, όπως η σύνδεση του πρωτογενούς με τον τριτογενή τομέα.
  • Επιπρόσθετα, η απορρυθμισμένη αγορά εργασίας, χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο πλέγμα παρεμβάσεων σε επίπεδο ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης, ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών (π.χ. Ανεξάρτητη Αρχή Επιθεώρησης Εργασίας που αντικαθιστά τον ΣΕΠΕ) δεδομένης της έντασης της αδήλωτης εργασίας και της διαπιστωμένης (συχνά) εξαναγκαστικής, νεόδμητης, εργασιακής «κανονικότητας». Επιπρόσθετα, ένα νέο μοντέλο κατάρτισης, με όρους reskilling και βασισμένο στην διάγνωση αναγκών σε τοπικό επίπεδο (συμπεριλαμβανομένης της θεσμοθέτησης περιφερειακών sectoral skills councils – βλ. Galvin Arribas & Papadakis 2019- ), κατά τα διεθνή πρότυπα και με την ενεργό συμμετοχή παραγωγικών φορέων, κοινωνικών εταίρων και άλλων stakeholders, μπορεί να συμβάλει σε αυτήν την κατεύθυνση σε συνδυασμό με την πλήρη και στοχευμένη αξιοποίηση των σχετικών πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης από τη ΔΥΠΑ.
  •  Η ένταση της κοινωνικής ευπάθειας και ευαλωτότητας, με την σύγχρονη αύξηση των ποσοστών φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού (λόγω και των συνεπειών της πανδημίας), απαιτεί μια στοχευμένη, καλά σχεδιασμένη, «προικοδοτημένη» με πόρους, κοινωνική πολιτική. Οι πόροι από το Ταμείο Ανάκαμψης πιθανότατα δεν είναι αρκετοί, ωστόσο επιτρέπουν την υποστήριξη της επανεκκίνησης της οικονομίας, με επιβεβλημένη την ισχυρή αναδιανεμητική διάσταση.
  • Το πρόσθετο διοικητικό βάρος και συνακόλουθα η γραφειοκρατία, που αποτελούν μεταξύ άλλων ένα ισχυρό αντικίνητρο για την επιχειρηματικότητα και τις επενδύσεις,  συνιστούν μια πάγια πρόκληση, που πλέον είναι περισσότερο απαραίτητο από ποτέ να απαντηθεί, μεταξύ άλλων και με ουσιώδεις μεταρρυθμίσεις στην κατεύθυνση της απλούστευσης διαδικασιών (συμπεριλαμβανόμενου του περαιτέρω ψηφιακού μετασχηματισμού της Δημόσιας Διοίκησης).
  • Είναι απαραίτητη η ενίσχυση των προϋποθέσεων υλοποίησης των αναθεωρημένων Περιφερειακών Στρατηγικών Έξυπνης Εξειδίκευσης (RIS) για την επόμενη προγραμματική περίοδο 2021-2027, ώστε αυτές να ενδυναμώσουν την ανάπτυξη και τη διάχυση καινοτομιών (τεχνολογικών και διεργασίας), τη δημιουργία και στήριξη νεοφυών επιχειρήσεων την ένταξη επενδυτικών σχεδίων με δαπάνες υψηλής τεχνολογίας καινοτομίας (στο πλαίσιο του  Ν.3908/2011- βλ. και http://ris3.crete.gov.gr/profile/), την ανάπτυξη συνεργειών και την εμπράγματη υποστήριξη τομέων όπως ο Τουρισμός, η Αγροδιατροφή, η σύνδεση Πρωτογενούς και Τουριστικού Τομέα, το Λιανεμπόριο, οι Ψηφιακές Τεχνολογίες (και όλοι οι τομείς που σχετίζονται με την Ψηφιακή Οικονομία) και η βιώσιμη χρήση των πόρων, με βάση τις αρχές κυκλικής οικονομίας, με κοινή παράμετρο την ολιστική βιώσιμη ανάπτυξη. Μια τέτοια περιφερειακή στρατηγική, μπορεί να συμβάλει στην παροχή ευκαιριών ανάπτυξης βιώσιμης επιχειρηματικότητας σε medium και high-skilled νέους/ες (που τώρα συχνά απασχολούνται σε επισφαλείς θέσεις εργασίας ή επιλέγουν να μεταναστεύσουν στο εξωτερικό – βλ. και Papadakis et al, 2021 και Papadakis et al, 2107: 16), αλλά και να οδηγήσει στη δημιουργία νέων βιώσιμων θέσεων πλήρους και μόνιμης απασχόλησης, αποτρέποντας το brain drain και το brain loss.

Βιβλιογραφικές αναφορές.

Ξενόγλωσσες

 

Bourdieu, P. (1990). Structures, habitus, practices. In P. Bourdieu, The logic of practice. Stanford/California: Stanford University Press, pp. 52-65.

Duell, N. (2004). Defining and assessing precarious employment in Europe: A review of main studies and surveys. Discussion paper, December 2004. Munich: ECONOMIX Research & Consulting. Available at: https://economix.org/de/a55ets/publications/ECONOMIXanalysis-precarious-employment-Europe.pdf.

Eurofound (2020) Living, working and COVID-19 dataset. Dublin: Eurofound. Available at: http://eurofound.link/covid19data. Accessed 3 September 2020

Eurofound (2021). Living, working and COVID-19 data. 11 May 2021. Dublin: Eurofound. Available at: http://eurofound.link/covid19data & https://www.eurofound.europa.eu/data/covid-19/working-teleworking.

Eurostat (2020a) Employees by educational attainment level, sex, age and full-time/part-time employment (%) [edat_lfs_9907]. Eurostat. Available at:

http://appsso.eurostat.ec.europa.eu/nui/show.do?dataset=edat_lfs_9907&lang=en.

Eurostat (2020b) At-risk-of-poverty rate by poverty threshold and most frequent activity in the previous year – EU-SILC and ECHP surveys [ilc_li04]. Available at:       https://appsso.eurostat.ec.europa.eu/nui/show.do?dataset=ilc_li04&lang=en

Eurostat (2020c) In-work at-risk-of-poverty rate by age and sex – EU-SILC survey [ilc_iw01]. Eurostat. Available at:       https://appsso.eurostat.ec.europa.eu/nui/show.do?dataset=ilc_iw01&lang=en

Eurostat (2020d) In-work at-risk-of-poverty rate by full-/part-time work – EU-SILC survey [ilc_iw07]. Eurostat.  Available at:       http://appsso.eurostat.ec.europa.eu/nui/show.do?dataset=ilc_iw07&lang=en.

Eurostat (2020e) In-work at-risk-of-poverty rate by type of contract – EU-SILC survey [ilc_iw05]. Eurostat. Available at:

https://appsso.eurostat.ec.europa.eu/nui/show.do?dataset=ilc_iw05&lang=en.

Eurostat (2020f) Part-time employment and temporary contracts – annual data [ifsi_pt_a]. Eurostat. Available at:       https://appsso.eurostat.ec.europa.eu/nui/show.do?dataset=lfsi_pt_a&lang=en. Accessed 24 July 2020.

Eurostat (2020g) Part-time employment as percentage of the total employment, by sex and age (%) [lfsa_eppga]. Eurostat. Available at:

http://appsso.eurostat.ec.europa.eu/nui/show.do?dataset=lfsa_eppga&lang=en.

Eurostat (2020h). Part-time employment and temporary contracts – annual data (ifsi_pt_a). Eurostat. Available at:       https://appsso.eurostat.ec.europa.eu/nui/show.do?dataset=lfsi_pt_a&lang=en.

Eurostat (2021a). Labour market in the light of the COVID 19 pandemic – quarterly statistics. (online publication). Eurostat. Available at:            https://ec.europa.eu/eurostat/statistics-explained/index.php?title=Labour_market_in_the_light_of_the_COVID_19_pandemic_-_quarterly_statistics.

Eurostat (2021b). Labour market slack by sex and age – quarterly data (ifsi_sla_q) Eurostat. Available at:

Eurostat (2021c). Impact of COVID-19 on employment income – advanced estimates. Eurostat. Available at: https://ec.europa.eu/eurostat/statistics-explained/index.php?title=Impact_of_COVID-19_on_employment_income_-_advanced_estimates.

Eurostat (2021d). COVID-19 labour effects across the income distribution. Eurostat. Available at: https://ec.europa.eu/eurostat/statistics-explained/index.php?title=COVID-19_labour_effects_across_the_income_distribution&stable=0#A_EU_level_overview.

Eurostat (2021e). Labour market slack – annual statistics on unmet needs for employment. Eurostat. Available at: https://ec.europa.eu/eurostat/statistics-explained/index.php?title=Labour_market_slack_%E2%80%93_annual_statistics_on_unmet_needs_for_employment#Labour_market_slack:_what.27s_it_all_about.3F.

Eurostat (2021f). Harmonised unemployment rate by sex (teilm020). Eurostat. Available at: https://ec.europa.eu/eurostat/databrowser/view/teilm020/default/table?lang=en.

Eurostat (2021g). Harmonised unemployment rate by sex – age group 15-24 (teilm021). Eurostat.  Available at: https://ec.europa.eu/eurostat/databrowser/view/teilm021/default/table?lang=en.

Eurostat (2021h). Young people neither in employment nor in education and training (NEET), by sex and age – quarterly data (lfsi_neet_q). Available at: https://ec.europa.eu/eurostat/databrowser/view/lfsi_neet_q/default/table?lang=en.

Eurostat (2021i). Long-term unemployment by sex – quarterly data (une_ltu_q). Available at: https://ec.europa.eu/eurostat/databrowser/view/une_ltu_q/default/table?lang=en.

Eurostat (2021j). Eurostat/Euroindicators: July 2021, Euro area unemployment at 7.6%, EU at 6.9%. 98/2021 – 1 September 2021. Available at: https://ec.europa.eu/eurostat/documents/2995521/11563247/3-01092021-AP-EN.pdf/e045fa11-8a9e-6e60-6967-19088d96af8a?t=1630482630262.

Galvin Arribas, J. M., & Papadakis, N./ETF (2019). Governance Arrangements for Vocational Education and Training in ETF Partner Countries: A Analytical Overview 2012-2017. Turin: European Training Foundation. Available at: https://www.etf.europa.eu/sites/default/files/2019-02/VET%20governance%20in%20ETF%20partner%20countries%202012-17.pdf.

Green, A. (2017). The Crisis for Young People. Generational Inequalities in Education, Work, Housing and Welfare. London: Palgrave Macmillan.

ILO (1990). Employment, Unemployment and Underemployment. An ILO Manual on Concepts and Methods. Geneva: International Labour Office.

ILO (2011). From precarious work to decent work. Policies and regulations to combat precarious employment. Geneva: International Labour Office. Available at: https://www.ilo.org/wcmsp5/groups/public/@ed_dialogue/@actrav/documents/meetingdocument/wcms_164286.pdf.

Lodovici, M. S., & Semenza, R. (Eds.). (2012). Precarious work and high-skilled youth in Europe. (Vol. 937). Milan: FrancoAngeli.

Matsaganis, M. (2013). The Greek Crisis: Social Impact and Policy Responses. Berlin: Friedrich-Ebert-Stiftung.

Papadakis, N., Drakaki, M., Kyridis, A., Papargyris, A. (2017). Between a frightening Present and a disjoined Future. Recession and social vulnerability in the case of Greek Neets: Socio-demographics, facets of the Crisis’ Impact and the revival of the intergenerational transmission of poverty. Advances in Social Sciences Research Journal, 4(18), pp. 8-20. DOI: 10.14738/assrj.418.3688. Available at: https://journals.scholarpublishing.org/index.php/ASSRJ/article/view/3688

Papadakis N., Drakaki M., Saridaki S., Amanaki E., Dimari G.(2022), “Educational capital/ level and its association with precarious work and social vulnerability among Youth, in EU and Greece”, in International Journal of Educational Research, Special Issue: “Cultural reproduction, cultural resource and reading”, vol 112., pp.1-14, DOI: https://doi.org/10.1016/j.ijer.2021.101921. Available at: https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S0883035521001907?dgcid=author

Papadakis N., Drakaki M., Saridaki, S., Vafermos V. (2020), Into the Vicious Cycle of Precarity. Labour Market, Precarious Work, Social Vulnerability and Youth: The case of Greece within the EU context, in Advances in Social Sciences Research Journal [ASSRJ], Vol. 7 No. 12,  Dec 2020, pp. 474-496. DOI: https://doi.org/10.14738/assrj.712.9511. Available at: https://journals.scholarpublishing.org/index.php/ASSRJ/article/view/9511

Papadakis N., Drakaki M., Saridaki S., Dafermos V. (2021), “The degree of despair”. The disjointed labour market, the impact of the pandemic, the expansion of precarious work among youth and its effects on young people’s life trajectories, life chances and political mentalities- public trust. The case of Greece, in The European Quarterly of Political Attitudes and Mentalities (EQPAM), Vol 10, no 2, April 2021, pp. 26-53. Available at:  https://www.eqpam.unibuc.ro/papadakis-et-al

Standing, G. (2014). The precariat: the new dangerous class. London/UK, New York/N.Y.: Bloomsbury.

Wilkinson, R., & Pickett, K. (2009). The spirit level. London: Penguin.

Ελληνόγλωσσες

Alheit, P. & Bergamini, St. (1998). Βιογραφική έρευνα και έρευνα ιστοριών ζωής, στο Σ. Παπαϊωάννου, P. Alheit & H. Salling Olesen (επιμ.), Κοινωνικός Μετασχηματισμός, Εκπαίδευση και Τοπική Κοινωνία. Ρέθυμνο: Πανεπιστήμιο Κρήτης – Τμήμα Κοινωνιολογίας & Διεθνές Μεταπτυχιακό Θερινό Σχολείο, σσ. 121-130.

Βατικιώτης, Λ. (2021). Ελληνική Οικονομία εν μέσω πανδημίας: Ποτέ ένα ρεκόρ ύφεσης δεν είναι…. αρκετό!. Στο Μ. Σπυριδάκης & Β. Κράββα (επιμ.), Τροχιές επισφάλειας. Εθνογραφικές προσεγγίσεις. Αθήνα: Gutenberg, σσ. 62-90.

Γαβρόγλου Σ. & Κώτσιος Β. (2021). Δεξιότητες- Μύθοι και Πραγματικότητα. Αθήνα: ΕΙΕΑΔ- Μηχανισμός Διάγνωσης Αναγκών της Αγορά Εργασίας, Οκτώβριος 2021.

ΓΣΕΕ (2020), «Έρευνα: Δείκτες ΓΣΕΕ», Σεπτέμβριος 2020.  Αθήνα: ΓΣΕΕ.  Διαθέσιμο στο:     https://gsee.gr/wp-content/uploads/2020/10/4783_DIKTESSEP2020.pdf

Γούλας Χ. & Φωτόπουλος Ν. (επιμ.- 2021), Επαγγελματική Κατάρτιση και Απασχόληση. Αθήνα: ΚΑΝΕΠ/ ΓΣΕΕ

ΕΙΕΑΔ (2020). Μηχανισμός Διάγνωσης Αναγκών της Αγοράς Εργασίας. Ετήσια Έκθεση 2020. Αθήνα: Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και Ανθρώπινου Δυναμικού – Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Διαθέσιμο στο: https://lmd.eiead.gr/%CE%B5%CF%84%CE%AE%CF%83%CE%B9%CE%B1-%CE%AD%CE%BA%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7-2020

ΕΛΣΤΑΤ (2020a). Ελληνική Στατιστική Αρχή – Πίνακας 20 (Α′ τρίμηνο 2020). Διαθέσιμο στο: https://www.statistics.gr/el/statistics/-/publication/SJO01/2019-Q1.

ΕΛΣΤΑΤ (2020b). Ελληνική Στατιστική Αρχή – Πίνακας 10 (Δ΄ τρίμηνο 2019 & Α΄ τρίμηνο 2020). Διαθέσιμο στο: https://www.statistics.gr/el/statistics/-/publication/SJO01/2019-Q4.

ΕΛΣΤΑΤ (2020c). Ελληνική Στατιστική Αρχή – Πίνακας 20 (Β′ τρίμηνο 2020). Διαθέσιμο στο: https://www.statistics.gr/el/statistics/-/publication/SJO01/2019-Q1.

ΕΛΣΤΑΤ (2020d). Ελληνική Στατιστική Αρχή – Πίνακας 20 (Γ′ τρίμηνο 2020). Διαθέσιμο στο: https://www.statistics.gr/el/statistics/-/publication/SJO01/2019-Q1.

ΕΛΣΤΑΤ (2021a). Ελληνική Στατιστική Αρχή – Δελτίο Τύπου (Α΄ τρίμηνο 2021). Πειραιάς: ΕΛΣΤΑΤ. Διαθέσιμο στο: https://www.statistics.gr/el/statistics/-/publication/SJO01/2019-Q1.

ΕΛΣΤΑΤ (2021b). Δελτίο Τύπου: Έρευνα Εργατικού Δυναμικού Οκτώβριος 2020. Πειραιάς: ΕΛΣΤΑΤ. Διαθέσιμο στο: https://www.statistics.gr/el/statistics/-/publication/SJO01/2019-Q1.

ΕΛΣΤΑΤ (2022). ΕΡΕΥΝΑ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ: Νοέμβριος 2021  (Δελτίο Τύπου). Πειραιάς: ΕΛΣΤΑΤ, 19/1/2022

ΕΛΣΤΑΤ (2022β). ΕΡΕΥΝΑ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ: Σεπτέμβριος 2022  (Δελτίο Τύπου). Πειραιάς: ΕΛΣΤΑΤ, 3/11/2022

Καμινιώτη, Ο. (2020). COVID-19: Επιπτώσεις στην οικονομία στην αγορά εργασία και στην κοινωνία. Στο ΕΙΕΑΔ, Εργασία και Απασχόληση στην Ελλάδα. Ετήσια Έκθεση 2020. Αθήνα: ΕΙΕΑΔ, σσ. 23- 42.

Κώτσιος, Β. (2020), Η Αγορά Εργασίας στην Εποχή της Πανδημίας COVID-19. Αθήνα: ΕΙΕΑΔ.

Λαλιώτη Β. (2020). Η Εργασία στον Καιρό του Κορωνοϊού: Μία Απόπειρα Σκιαγράφησης των Σχετικών με τον Κόσμο της Εργασίας Μέτρων & της Συζήτησης για την Επόμενη Μέρα. Αθήνα: ΕΙΕΑΔ.                         Διαθέσιμο στο:   https://lmd.eiead.gr/%CE%95%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CE%9C%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B5%CF%82

Παπαδάκης Ν. (2022), «Νέα γενιά, Επισφαλής Εργασία και βιοτική τροχιά: η εξέλιξη του φαινόμενου της επισφαλούς εργασίας, οι επιπτώσεις της πανδημίας και οι προκλήσεις για το πλέγμα των δημόσιων πολιτικών», στο ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, Θεματικά Εργαστήρια. Newsletter, τευχ 3, Ιούνιος 2022, σσ. 1- 45

Παπαδάκης Ν., Δρακάκη Μ., Σαριδάκη Σ. (2021α), Τροχιές, διαστάσεις και παράμετροι της επισφάλειας των νέων στην αγορά εργασίας, σε Ευρώπη και Ελλάδα, στο Β. Κράββα & Μ. Σπυριδάκης (επιμ.), «Τροχιές επισφάλειας. Εθνογραφικές προσεγγίσεις». Αθήνα: Gutenberg, σσ. 201-238

Παπαδάκης Ν., Δρακάκη Μ., Σαριδάκη Σ. (2021β), «Ο βαθμός Απελπισίας». Αγορά Εργασίας, Επισφαλής Εργασία και Κοινωνική Ευπάθεια στη Νέα Γενιά στην Ελλάδα: Η κατάσταση των πραγμάτων (σε Ευρώπη και Ελλάδα), παράμετροι, τάσεις, μετασχηματισμοί, επιπτώσεις και προκλήσεις για τις πολιτικές απασχόλησης. Αθήνα: Ι. Σιδέρης.

ΣΕΠΕ (2021), Εξαρτημένη Εργασία και Άλλα Είδη Συμβάσεων. Διαθέσιμο στο: https://www.sepe.gov.gr/ergasiakes-scheseis/nomothesia-ergasiakes-scheseis/atomikes-symvaseis/genikes-ennoies/exartimeni-ergasia-kai-alla-eidi-symvaseon/

Σπυριδάκης, Μ. (2018). Homo Precarius. Εμπειρίες Ευαλωτότητας στην Κρίση. Αθήνα: Πεδίο.

Τσιώλης, Γ. (2005). Προς μια νέα ηθική της εργασίας; Μια Ποιοτική Διερεύνηση Φορέων Συμβουλευτικής για την Ένταξη στην Απασχόληση. Αθήνα: Ινστιτούτο Εργασίας ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ.

[1]Το συγκεκριμένο άρθρο αρδεύεται κυρίως (και εξελίσσει τη σχετική ανάλυση) από τα: α) Παπαδάκης Ν., Δρακάκη Μ., Σαριδάκη Σ. (2021β), «Ο βαθμός Απελπισίας». Αγορά Εργασίας, Επισφαλής Εργασία και Κοινωνική Ευπάθεια στη Νέα Γενιά στην Ελλάδα: Η κατάσταση των πραγμάτων (σε Ευρώπη και Ελλάδα), παράμετροι, τάσεις, μετασχηματισμοί, επιπτώσεις και προκλήσεις για τις πολιτικές απασχόλησης. Αθήνα: Ι. Σιδέρης και β) Παπαδάκης Ν. (2022), «Νέα γενιά, Επισφαλής Εργασία και βιοτική τροχιά: η εξέλιξη του φαινόμενου της επισφαλούς εργασίας, οι επιπτώσεις της πανδημίας και οι προκλήσεις για το πλέγμα των δημόσιων πολιτικών», στο ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, Θεματικά Εργαστήρια. Newsletter, τευχ 3, Ιούνιος 2022, σσ. 1- 45

[2] Το συγκεκριμένο Ερευνητικό Έργο (με κωδικό ΟΠΣ MIS 5048510) υλοποιήθηκε από ερευνητική ομάδα του ΚΕΠΕΤ του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης, με Επιστημονικό Υπεύθυνο (ΕΥ) τον Καθηγητή Νίκο Παπαδάκη, Αν. Ακαδημαϊκό Σύμβουλο τον Καθηγητή Βασίλη Δαφέρμο, και Κύριες Ερευνήτριες τις Δρ Μαρία Δρακάκη και Σοφία Σαριδάκη (PhDc). Συγχρηματοδοτήθηκε από την Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο-ESF) μέσω του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού, Εκπαίδευση και Διά Βίου Μάθηση».

[3] Η «υποτονικότητα της αγοράς εργασίας» (labour market slack), αφορά στο «εκτεταμένο εργατικό δυναμικό», σχετίζεται με το συνολικό άθροισμα όλων των μη εκπληρωμένων αναγκών για απασχόληση και περιλαμβάνει σύμφωνα με τον ορισμό του ILO (1990): (α) τους άνεργους (β) τους υποαπασχολούμενους μερικής απασχόλησης (δηλαδή άτομα που επιθυμούν να εργαστούν περισσότερες ώρες) και (γ) το δυνητικό εργατικό δυναμικό, άτομα που είναι διαθέσιμα να εργαστούν αλλά δεν αναζητούν εργασία και άτομα που αναζητούν εργασία αλλά δεν βρίσκουν.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll to Top
This site is registered on wpml.org as a development site.