Π.Φαρμάκη-Μ.Σπυριδάκης
Στάσεις και απόψεις των δικαιούχων του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος σε μια Κοινωνική Υπηρεσία της Δυτικής Ελλάδας
Εισαγωγή
Το φαινόμενο της φτώχειας αποτελεί ένα μόνιμο πρόβλημα ιδιαίτερα στον άξονα της συγχρονίας. Ο ορισμός της είναι πολυδιάστατος. Ως τέτοια ορίζεται η έλλειψη επαρκούς εισοδήματος έχοντας ως αποτέλεσμα το χαμηλό επίπεδο κατανάλωσης και ευμάρειας (Δαφέρμος και συν, 2008). Ως σχετική φτώχεια στις χώρες της ΕΕ ορίζεται το ποσοστό του πληθυσμού που ζει με εισόδημα μικρότερο του 60% του διάμεσου εισοδήματος της χώρας. Το όριο αυτό είναι συμβατικό και αντιπροσωπεύει το εισόδημα που θεωρείται αναγκαίο για μια αξιοπρεπή ζωή. Τα νοικοκυριά με καθαρό εισόδημα κάτω του 60% θεωρείται ότι αντιμετωπίζουν κίνδυνο φτώχειας (European Commission, 2017). Ως ακραία φτώχεια ορίζεται το κόστος απόκτησης ενός καλαθιού αγαθών και υπηρεσιών που αντιστοιχεί στις ελάχιστες ανάγκες διαβίωσης (στα «αναγκαία προς το ζην») (Ματσαγγάνης και συν, 2017). Πολλές κυβερνήσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις προσπαθούν να μειώσουν τα επίπεδα της φτώχειας παρέχοντας βασικές ανάγκες στα άτομα που δεν μπορούν να έχουν ένα επαρκές εισόδημα (Gordon, 2005). Το World Bank Group (2020) εκτιμά ότι λόγω της επιβράδυνσης του ποσοστού μείωσης της παγκόσμιας φτώχειας, δε θα επιτευχθεί ο στόχος μείωσης του ποσοστού της παγκόσμιας ακραίας φτώχειας στο 3% ως το 2030. Επιπροσθέτως, οι επιπτώσεις της πανδημίας Corona Virus Disease 2019 (COVID-19) για την παγκόσμια φτώχεια και την κοινή ευημερία ήταν μεγάλες. Σύμφωνα με τελευταίες μελέτες φαίνεται ότι η πανδημία σχετίζεται με την απώλεια θέσεων εργασίας, «χτυπώντας» τα ευάλωτα και άτομα που ζουν σε καταστάσεις φτώχειας δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο νέους φτωχούς.
Την ίδια στιγμή, ο κοινωνικός αποκλεισμός αποτελεί μια κατάσταση κατά την οποία τα άτομα αποκλείονται ή στερούνται πλήρους πρόσβασης σε διάφορα δικαιώματα, ευκαιρίες και πόρους (υγειονομική περίθαλψη, στέγαση, τροφή, συμμετοχή στα κοινά). Η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός είναι δυο έννοιες που αλληλοεπιδρούν αλλά και συχνά αλληλεξαρτώνται. Παρότι όμως η φτώχεια συσχετίζεται άμεσα με τον κοινωνικό αποκλεισμό αυτός δεν εξαρτάται πάντα από αυτήν. Συνεπώς, για την αντιμετώπιση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού κρίνεται αναγκαία η λήψη επαρκών κοινωνικών μέτρων. Στη συνάφεια αυτή ένα από τα σημαντικότερα μέτρα που παίρνουν τα κράτη της ΕΕ για την αντιμετώπιση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού καθώς και την επίτευξη της κοινωνικής ένταξης των ατόμων που πλήττονται από τη φτώχεια είναι το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα (ΕΕΕ). Το EEE είναι ένα σύστημα παροχής κοινωνικής πρόνοιας το οποίο αποτελεί ένα αναγκαίο δίχτυ προστασίας για να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες της φτώχειας και να αποφευχθεί ο κοινωνικός αποκλεισμός (Hopner, 2019). Το πρόγραμμα του ΕΕΕ αποτελεί πρόγραμμα εγγύησης ελαχίστων πόρων με σκοπό την εξάλειψη της ακραίας φτώχειας και την μετρίαση της σχετικής φτώχειας. Η κάθε χώρα διαφοροποιείται αναφορικά με το ύψος του ΕΕΕ, τα κριτήρια επιλεξιμότητας, καθώς και το συνδυασμό ή μη με άλλες κοινωνικές παροχές.
Στην Ελλάδα, οι Δήμοι και τα Κέντρα Κοινότητας αποτελούν τα πρώτα σημεία επαφής των πολιτών με την κοινωνική υπηρεσία όπου τους παρέχεται κοινωνική φροντίδα οποιαδήποτε μορφής. Με αφορμή ότι όλοι οι πολίτες και ιδιαίτερα αυτοί που ανήκουν στις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες ενημερώνονται από τις συγκεκριμένες υπηρεσίες για όλα τα επιδόματα που δικαιούνται αλλά και την παραδοχή ότι το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα αποτελεί το κύριο ή και μοναδικό εισόδημα της πλειοψηφίας των ατόμων που διαβιούν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, η συγκεκριμένη μελέτη εστιάζει στη διερεύνηση των στάσεων και των απόψεων των δικαιούχων του ΕΕΕ σε μια κοινωνική υπηρεσία της Δυτικής Ελλάδας. Ειδικότερα ως πρωταρχικοί σκοποί της μελέτης οριοθετούνται, ο βαθμός ικανοποίησης των δικαιούχων από την υπηρεσία, η ικανοποίηση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών που λαμβάνουν το ΕΕΕ, η ερμηνεία του ΕΕΕ και των κριτηρίων του από τους πολίτες που το λαμβάνουν και η σχέση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος με την εργασία.
Τα ερευνητικά ερωτήματα που δημιουργούνται για να δώσουν απαντήσεις στους στόχους της παρούσας μελέτης είναι:
- Κατά πόσο η εισοδηματική ενίσχυση που λαμβάνουν οι ωφελούμενοι, έχει αναβαθμίσει το ήδη χαμηλό βιοτικό τους επίπεδο;
- Επηρεάζει η μηνιαία οικονομική ενίσχυση το βαθμό αναζήτησης εργασίας και ειδικά όσον αφορά προγράμματα με συμβάσεις μικρής διάρκειας;
- Σχετίζεται το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα με την αδήλωτη εργασία;
- Εκπληρώνει το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα τον σκοπό ύπαρξής του;
Το ΕΕΕ στην Ευρώπη
Η οικονομική κρίση, η εργασιακή αστάθεια σε συνδυασμό με την ανεργία και η μετανάστευση ήταν μερικοί από τους λόγους που στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προωθήσει σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα (Esping-Andersen, 1990).
Ο συλλογισμός της πολιτικής του ΕΕΕ διαφέρει από αυτόν του Βασικού Εισοδήματος (Basic Income). Βασικό εισόδημα καλείται το δημόσιο πρόγραμμα της κυβέρνησης για ένα περιοδικό εισόδημα που παρέχεται σε όλους τους πολίτες σύμφωνα με τον πληθυσμό χωρίς απαίτηση εργασίας (Basic Income Earth Network, 2020). Το βασικό εισόδημα μπορεί να εφαρμοστεί σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Είναι ένα εισόδημα άνευ όρων που επαρκεί για να καλύψει τις βασικές ανάγκες ενός ατόμου έτσι ώστε να ζει πάνω από τα όρια της φτώχειας. Το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα είναι ένα σύστημα πληρωμών από την κυβέρνηση του κάθε κράτους στους πολίτες του που πληρούν ορισμένα κριτήρια για την αποφυγή της ακραίας φτώχειας (Expert Committee on Guaranteed Minimum Income, 2017).
Το EEE είναι η έσχατη λύση, έτσι ώστε οι πολίτες μιας χώρας να μην πέσουν κάτω από το οικονομικό όριο που θεωρείται το κατώτερο επίπεδο για αξιοπρεπή διαβίωση. Οι κύριες διαφορές που δημιουργούνται μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών σχετικά με το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, οφείλονται σε δύο βασικούς παράγοντες: τις διαφορές μεταξύ των κοινωνικών συστημάτων σε πολιτικό και θεσμικό επίπεδο και την ιστορική, πολιτική και οικονομική κατάσταση της χώρας στην οποία εφαρμόζεται. Συνεπώς, κάθε κράτος έχει διαφορετικό βιοτικό επίπεδο και επόμενο είναι να εφαρμόζει και διαφορετικές πολιτικές EEE (European Economic and Social Committee, 2013).
Στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το κράτος έχει τη ευθύνη για την οργάνωση και την χρηματοδότηση του ΕΕΕ. Αντίθετα στη Γερμανία και Αυστρία τα κριτήρια επιλογής και χρηματοδότησης γίνονται από τα τοπικά κρατίδια. Στην Ιταλία την ευθύνη για το ΕΕΕ την έχει ο εκάστοτε δήμος της περιοχής ενώ στην Ισπανία οι περιφέρειες. Επίσης, υπάρχουν χώρες όπως η Ολλανδία, Σουηδία, Σλοβακία και Ρουμανία που το ΕΕΕ το οργανώνει το κράτος σε συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση. Σε όλες τις χώρες, η χρηματοδότηση γίνεται από την είσπραξη των φόρων. Το ποσό των χρημάτων που αντιστοιχεί στον κάθε πολίτη δεν είναι το ίδιο από χώρα σε χώρα. Τέλος, σε κάποια κράτη η προσαρμογή του ποσού του ΕΕΕ πραγματοποιείται μόνο έπειτα από κυβερνητική απόφαση ενώ αντίθετα σε άλλες χώρες, το ποσό εξαρτάται από τον προϋπολογισμό του εκάστοτε κράτους (Mutual Information System on Social Protection, 2019). Για να λάβει δε ένας πολίτης το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα θα πρέπει να πληροί ορισμένα κριτήρια. Οι βασικές προϋποθέσεις είναι η διαμονή, η εθνικότητα, η ηλικία και το εισόδημα – περιουσιακά στοιχεία. Επιπλέον, για τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσοι πολίτες είναι ικανοί να εργαστούν και λαμβάνουν το ΕΕΕ δεν θα πρέπει να απορρίπτουν προτάσεις που σχετίζονται με προγράμματα εργασίας, διαφορετικά μπορεί να γίνει διακοπή του ποσού.
Τα πρώτα προγράμματα ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος εμφανίστηκαν στη Βόρεια και Κεντρική Ευρώπη. Το 1948 υπήρξε το Income Support στην Μεγάλη Βρετανία, στη Γερμανία το Sozialhilfe (1962), ενώ στην Ολλανδία υπήρξε το Algemene Bijstand (1963). Το 1988 θεσμοθετήθηκε στη Γαλλία το Revenu Minimum d’ Insertion το οποίο θέτει προϋποθέσεις για τους δικαιούχους. Την ίδια χρονική περίοδο αναπτύσσονται προγράμματα εγγυημένου εισοδήματος στην Ισπανία. Το ΕΕΕ στη Σουηδία χορηγείται ως κοινωνική βοήθεια (Socialbidrag – Ekonomiskt Bistand). Τα τελευταία χρόνια ανάλογα προγράμματα εισήχθησαν στην Πορτογαλία το 1996 και στην Ιταλία το 1998 (Ματσαγγάνης, 2004).
Η κατάσταση στην Ελλάδα
Όλο και συχνότερα τα τελευταία χρόνια το πρόβλημα της φτώχειας βρίσκεται στο επίκεντρο των προβλημάτων στην Ελλάδα. Σύμφωνα με αποτελέσματα της δειγματοληπτικής Έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών που πραγματοποιήθηκε από την ΕΛΣΤΑΤ (2019) το ποσοστό πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας ή σε κοινωνικό αποκλεισμό παρόλο που μειώθηκε από το 2014 που ήταν στο υψηλότερο σημείο (36%), το 2018 βρίσκεται ακόμα σε υψηλά επίπεδα με ποσοστό 31,8%. Το 2016 η Ελλάδα βρίσκεται στην τρίτη χειρότερη θέση μεταξύ 28 χωρών με βάση το ποσοστό των ατόμων που αντιμετωπίζουν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού μετά τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία (European Commission, 2017).
Στην Ελλάδα τα μέτρα που έχουν εφαρμοστεί για την αντιμετώπιση της φτώχειας στηρίζονται κυρίως στη χορήγηση επιδομάτων, τα οποία απευθύνονται σε νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος. Αυτά διακρίνονται στην καταβολή βοηθήματος ανεργίας στους αυτοαπασχολούμενους, στο επίδομα μακροχρόνιας ανεργίας, στο ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων και στο ΕΕΕ.
Η απόφαση για τη θεσμοθέτηση ενός ΕΕΕ στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκε το 2012 με πρόταση από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) (International Monetary Fund, 2012). Αρχικά ξεκίνησε πιλοτικά σε 13 δήμους το 2014 με την ονομασία Εγγυημένο Κοινωνικό Εισόδημα. Στη συνέχεια το πρόγραμμα μετονομάστηκε σε Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης (ΚΕΑ), εφαρμόστηκε πανελλαδικά από το 2017 (ΦΕΚ Β’/128/2017) και από το 2020 ονομάστηκε ΕΕΕ χωρίς να γίνει καμία αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας του.
Το ΕΕΕ είναι μια εισοδηματική ενίσχυση που αφορά μια στοχευμένη κοινωνική παροχή που χορηγείται με εισοδηματικά κριτήρια και απευθύνεται σε οποιονδήποτε πληροί τα κριτήρια αυτά. Συνδυάζει την οικονομική ενίσχυση ατόμων που ζουν στα όρια της φτώχειας, με την κατάρτιση και την παρακολούθηση ατομικών σχεδίων δράσης, έχοντας ως στόχο την απασχόληση και την κοινωνική επανένταξη. Επίσης, υπάρχει δέσμευση των δικαιούχων για παρακολούθηση προγραμμάτων εκπαίδευσης ή κατάρτισης, καθώς και η πραγματοποίηση ενεργειών για την ένταξη ή επανένταξη στην αγορά εργασίας. Για την πραγματοποίηση των στόχων του προγράμματος δημιουργήθηκαν τρεις πυλώνες δράσης: ο πρώτος αφορά την εισοδηματική ενίσχυση, ο δεύτερος την πρόσβαση στις κοινωνικές υπηρεσίες και αγαθά και ο τρίτος την κοινωνική ένταξη και εργασιακή επανένταξη (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, 2014).
Κύριο ρόλο στην υλοποίηση του τρίτου πυλώνα παίζει η συνεργασία των Κέντρων Κοινότητας/Δήμων με τα Κέντρα Προώθησης Απασχόλησης (Κ.Π.Α.).
Τα κριτήρια για να λάβει ένας πολίτης το ΕΕΕ είναι τα περιουσιακά στοιχεία και η ιθαγένεια. Ως προς τα περιουσιακά στοιχεία, λαμβάνεται υπόψη η ακίνητη και η κινητή περιουσία, οι καταθέσεις και τα εισοδήματα. Όσο αφορά την ιθαγένεια θα πρέπει οι αλλοδαποί να μένουν για πέντε χρόνια στην Ελλάδα και εάν είναι υπήκοοι τρίτων χωρών απαιτείται η νόμιμη διαμονή πέντε ετών, άδεια επί μακρόν διαμένοντος και άδεια διαμονής δεύτερης γενιάς. Το πρόγραμμα του ΕΕΕ συνδυάζεται με χορήγηση επιδόματος θέρμανσης, ηλεκτρισμού, πρόγραμμα χορήγησης τροφίμων, βιβλιάριο ανασφάλιστου καθώς και επιδοτούμενα προγράμματα απασχόλησης (κοινωφελούς εργασίας, επαγγελματικής κατάρτισης, απόκτησης επαγγελματικής εμπειρίας) ένταξη ή την επιστροφή στο εκπαιδευτικό σύστημα και στα σχολεία δεύτερης ευκαιρίας και κατάρτισης (Hellenic Parliament, 2014; Ziomas et al, 2017).
Σχετικά με τις υποχρεώσεις των δικαιούχων του ΕΕΕ οι κύριες είναι η ετήσια υποβολή φορολογικής δήλωσης καθώς και η επίσημη συναίνεση όλων των ενήλικων μελών που συμμετέχουν στην αίτηση στη χρήση της βάσης δεδομένων της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων (ΓΓΠΣ) και στις διασταυρώσεις της Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης Κοινωνικής Ασφάλισης (ΗΔΙΚΑ) (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, 2018).
Οι Δήμοι και τα Κέντρα Κοινότητας είναι οι υπηρεσίες που αποτελούν μία δράση «ομπρέλα» παρέχοντας υπηρεσίες όπως η εφαρμογή του ΕΕΕ, το πρόγραμμα του Ταμείου Ευρωπαϊκής Βοήθειας για Άπορους (ΤΕΒΑ), ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, εφαρμογή ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης σε συνεργασία με τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού και την Γενική Γραμματεία Δια Βίου Μάθησης και άλλων. Με τη λειτουργία τους επιδιώκεται η ανάπτυξη ενός τοπικού σημείου αναφοράς για την υποδοχή, εξυπηρέτηση και διασύνδεση των πολιτών με όλα τα κοινωνικά προγράμματα και υπηρεσίες που υλοποιούνται στην περιοχή παρέμβασης (Κέντρο Κοινότητας, 2020).
Μεθοδολογία
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε μια κοινωνική υπηρεσία της Δυτικής Ελλάδας, συμμετείχαν πολίτες που ήταν ωφελούμενοι και λάμβαναν το ΕΕΕ. Όσο αφορά τη ποσοτική έρευνα πριν από την κύρια έρευνα, πραγματοποιήθηκε η εφαρμογή ενός πιλοτικού ερωτηματολογίου με σκοπό να διαπιστωθούν ζητήματα εγκυρότητας, αξιοπιστίας και γενικότερα αποτελεσματικότητας του εργαλείου που σχεδιάστηκε (Λαγουμιτζής και συν, 2015). Στην συνέχεια πραγματοποιήθηκε η κύρια έρευνα. Όσο αφορά την ποιοτική έρευνα πραγματοποιήθηκε σε χώρο της κοινωνικής υπηρεσίας και συμμετείχαν δικαιούχοι του ΕΕΕ που ήταν στην πλειοψηφία τους επαγγελματικά ενεργοί. Τα ποσοτικά δεδομένα συλλέχτηκαν χρησιμοποιώντας το «Ερωτηματολόγιο για το ΕΕΕ» που κατασκευάστηκε από την ερευνήτρια με συνολικά 27 βασικές Ερωτήσεις και διατυπώσεις και 8 δημογραφικές για τους δικαιούχους του ΕΕΕ. Οι ερωτήσεις προς τους πολίτες είχαν θετική κατεύθυνση και απαντούσαν ανάλογα χρησιμοποιώντας είτε τις διχοτομικές απαντήσεις, είτε τις κλίμακες Likert 5 σημείων που κατασκευάστηκαν. Ο χρόνος συμπλήρωσης ήταν περίπου 10 λεπτά.
Η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε για την συλλογή των ποιοτικών δεδομένων είναι η συνέντευξη. Ο τύπος συνέντευξης που χρησιμοποιήθηκε για τη συλλογή των πληροφοριών και χρησιμοποιείται ευρέως στην ποιοτική έρευνα ήταν η ημιδομημένη (semi-structure) εις βάθος (Edwards & Holland, 2013). Οι ερωτήσεις κατασκευάστηκαν από την ερευνήτρια και αποτελούνταν από 8 βασικές ερωτήσεις και 6 δημογραφικές. Οι ερωτήσεις που έγιναν ήταν στοχευμένες σχετικά με την αδήλωτη εργασία και είχαν θετική κατεύθυνση. Ο χρόνος της συνέντευξης ήταν περίπου 20 λεπτά.
Σχετικά με το δείγμα της ποσοτικής έρευνας χρησιμοποιήθηκε δειγματοληψία ευκολίας λόγω της έλλειψης χρόνου και οικονομικών πόρων. Σύμφωνα με τον πίνακα Cohen Manion για τον καθορισμό του μεγέθους ενός τυχαίου δείγματος, το δείγμα της ποσοτικής έρευνας για να είναι αντιπροσωπευτικό θα πρέπει να ήταν n= 159. Το δείγμα της παρούσας έρευνας ήταν n= 174, οπότε είναι αντιπροσωπευτικό. Στην ποιοτική έρευνα, η δειγματοληψία αποσκοπεί να εντοπίσει περιπτώσεις που θα δώσουν στον ερευνητή πλούσιες πληροφορίες ώστε να τον βοηθήσουν να εκπληρώσουν τον σκοπό της έρευνας. (Ίσαρη & Πουρκός, 2015). Στην παρούσα έρευνα χρησιμοποιήθηκε σκόπιμη τυχαία δειγματοληψία (purposeful random sampling). Η συγκεκριμένη στρατηγική χρησιμοποιείται για να επιλεγούν τα άτομα που θα περιληφθούν σε ένα πολύ μικρό δείγμα με σκοπό να αυξηθεί η αξιοπιστία του δείγματος (Ίσαρη & Πούρκος, 2015). Επιπλέον, ο ερευνητής αρχικά δίνει σημασία στις ερευνητικές υποθέσεις και στη συνέχεια καθορίζονται τα χαρακτηριστικά τα οποία πρέπει να έχει το δείγμα ώστε με τις απαντήσεις που θα δοθούν να καλύψουν στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τα ερωτήματα της έρευνας (Γαλάνης, 2017). Το δείγμα της έρευνας ήταν n=10.
Για τη στατιστική ανάλυση των αποτελεσμάτων των ποσοτικών δεδομένων της έρευνας χρησιμοποιήθηκε το στατιστικό πρόγραμμα Statistical Package for the Social Sciences (SPSS) 22. Επιλέχτηκε στάθμη αξιοπιστίας σε βαθμό p< 0,05 για το συσχετισμό και τις διαφορές στην ανάλυση των δεδομένων. Χρησιμοποιήθηκε περιγραφική στατιστική για την περιγραφή και παρουσίαση των δεδομένων. Η ανάλυση των ποιοτικών δεδομένων στην παρούσα εργασία βασίστηκε στη θεματική ανάλυση.
Περιορισμοί της έρευνας
Ο πρώτος περιορισμός της έρευνας είναι ο περιορισμένος αριθμός του δείγματος που συμπεριλήφθηκε. Εξαιτίας της πανδημίας covid-19 και της καραντίνας του πληθυσμού υπήρξε αδυναμία τόσο στη συγκέντρωση μεγαλύτερου δείγματος δικαιούχων του ΕΕΕ, όσο και στην επέκταση της έρευνας και σε άλλες υπηρεσίες της Δυτικής Ελλάδας. Επιπλέον, αν και η παρούσα έρευνα πρόσφερε σημαντικά στοιχεία σχετικά με τις στάσεις και απόψεις των δικαιούχων του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος, κρίνεται αναγκαίο στο μέλλον η χρησιμοποίηση μεγαλύτερου δείγματος από περισσότερες υπηρεσίες αρμόδιες για τη διεκπεραίωση αιτήσεων ΕΕΕ.
Αποτελέσματα της έρευνας
Ποσοτική έρευνα
Οι θεματικοί άξονες του ερωτηματολογίου περιλάμβαναν τις δημογραφικές ερωτήσεις, τις γενικές (σχετικά με την υπηρεσία), στάσεων και αντιλήψεων σχετικά με το ΕΕΕ, γνώσεων και τις ερωτήσεις σχετικά με την εργασία. Για τον έλεγχο της εσωτερικής συνέπειας των ενδεικτών εφαρμόστηκε ο Cronbach a. Οι τιμές του Cronbach a τόσο για τις «στάσεις σχετικά με την υπηρεσία», όσο και για τις «στάσεις – αντιλήψεις σχετικά με το ΕΕΕ» ήταν πολύ υψηλές (0,81 και 0,82 αντίστοιχα), όπως το ίδιο υψηλές είναι και οι μεταξύ των ενδεικτών συσχετίσεις.
Όσο αφορά τα δημογραφικά χαρακτηριστικά του δείγματος η πλειοψηφία ήταν γυναίκες (58,7%), όπως επίσης οι περισσότεροι ήταν ηλικίας έως 40 ετών (53,2%). Σχετικά με την εκπαίδευση, το 40,2% ήταν απόφοιτοι λυκείου ενώ μεγάλο ποσοστό ήταν οι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (30,5%). Όσον αφορά την οικογενειακή τους κατάσταση, το ποσοστό ήταν μοιρασμένο με το 37,7% να είναι άγαμοι και το 34,1 έγγαμοι. Από αυτούς οι περισσότεροι είχαν μέχρι 1 παιδί 60,2%. Ως προς τα συνεχόμενα χρόνια ανεργίας παρατηρούμε ότι 69,3% έχουν μέχρι 2 χρόνια ανεργίας, 16,6% είναι άνεργοι μεταξύ 3 και 4 ετών, 11% μεταξύ 5 και 6 ετών και ελάχιστοι όσοι έχουν πάνω από 7 χρόνια ανεργία. Ένα ενδιαφέρον στοιχείο σχετικό με την κοινωνική κατάσταση του δείγματος είναι ότι το 35,6% έχει μηδενικό εισόδημα, ενώ το 48,9% έχει εισόδημα μέχρι 3.000 ευρώ. Το 62% λαμβάνει για συνεχόμενο διάστημα το ΕΕΕ για 1 έτος, το 23,4% για 2 έτη ενώ υπάρχει ένα μικρό ποσοστό που το λαμβάνει για 4 συνεχόμενα έτη.
Σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα (Πίνακας 1), η πλειοψηφία του δείγματος είναι σχεδόν ομόφωνη ως προς το ότι το ΕΕΕ πρέπει να υπάρχει ως οικονομική ενίσχυση, με το 96,6% να είναι σύμφωνο με την ύπαρξή του.
Οι δε δικαιούχοι έχουν μια θετική στάση όσον αφορά την υπηρεσία, με το σχεδόν 60% να είναι θετικά διακείμενοι απέναντί της σχετικά με την πληροφόρηση και παραπομπή σε προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας, την υποστήριξη για την ένταξή τους σε αυτά, την ενημέρωση για επιμορφωτικά σεμινάρια, την πληροφόρηση για νέες θέσεις εργασίας και την παροχή συμβουλευτικής υποστήριξης (Γράφημα 1).
Από την άλλη, φαίνεται ότι το ΕΕΕ είναι ένα επιτυχημένο πρόγραμμα (67,3%). Οι απαντήσεις στην ερώτηση στο αν το ΕΕΕ παρέχει οικονομική ασφάλεια στο οικογενειακό περιβάλλον είναι διφορούμενες. Ενώ η πλειοψηφία (46,5%) έχει θετική στάση, ένα μεγάλο ποσοστό κρατά μια αρνητική στάση (35,1%). Επίσης, μοιρασμένες είναι και οι απαντήσεις όσον αφορά στο αν υπάρχει αξιοκρατία στη λήψη του ΕΕΕ. Αρνητική ήταν η στάση των ατόμων του δείγματος (54,6%) στο αν το ΕΕΕ καλύπτει οικονομικά τις ανάγκες της οικογένειας για να αντεπεξέλθει στα βασικά της έξοδα. Επιπροσθέτως, θετική είναι και η στάση τους απέναντι στο ΕΕΕ λαμβάνοντας υπόψη ζητήματα όπως ότι αν τα εισοδηματικά κριτήρια για τα νοικοκυριά είναι πολύ χαμηλά, αν πρέπει να υπάρχουν αυστηρά κριτήρια για τη λήψη του και αν το οικονομικό θα πρέπει να είναι το μόνο κριτήριο για τη λήψη του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι απαντήσεις σχετικά με το αν το ΕΕΕ είναι επαρκές για να βελτιωθεί το βιοτικό τους επίπεδο. Η πλειοψηφία απάντησε αρνητικά με ποσοστό 63,8% (Γράφημα 2).
Αξιοσημείωτες είναι οι απαντήσεις σχετικά με την σχέση του ΕΕΕ όσο αφορά τον τρόπο κάλυψης των οικονομικών αναγκών. Ειδικότερα φαίνεται ότι μόνο με τη λήψη του ΕΕΕ τις καθημερινές του ανάγκες καλύπτει μόνο το 19,08%, το 43,9% καλύπτει τις ανάγκες του με την λήψη του ΕΕΕ και άλλων εισοδημάτων – επιδομάτων ενώ το 37,1% με το ΕΕΕ και πρόσθετη οικονομική ενίσχυση από το οικογενειακό – φιλικό περιβάλλον. Επίσης, το 81% του δείγματος αδυνατεί να καλύψει τις καθημερινές οικονομικές του ανάγκες με το ΕΕΕ μόνο.
Η συντριπτική πλειοψηφία των ερωτώμενων (88%) αντιμετωπίζουν το ΕΕΕ ως επίδομα, το θεωρούν ένα σύστημα παροχής κοινωνικής πρόνοιας (90,2%) που αφορά μόνο την ενίσχυση του νοικοκυριού (85,7%). Επιπρόσθετα, εκτιμούν σε ποσοστό 61% ότι δεν βοηθά στην κοινωνική τους ένταξη. Οι δε δικαιούχοι που συμπεριελήφθησαν στο δείγμα της παρούσας έρευνας θεωρούν ότι το ΕΕΕ δεν είναι τόσο αποτελεσματικό σχετικά με την εργασία λαμβάνοντας υπόψη ζητήματα όπως αν το ΕΕΕ δίνει κίνητρα για εύρεση εργασίας και αν βοηθά στη μείωση της ανεργίας και της αδήλωτης εργασίας. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας η πλειοψηφία του δείγματος (42,5%) θεωρεί το ΕΕΕ αναποτελεσματικό. Επίσης, αρνητική είναι η στάση των ερωτώμενων (50,5%) στο αν το ΕΕΕ δίνει κίνητρα για εύρεση εργασίας στους δικαιούχους του.
Στη συνέχεια παρατηρείται ότι ένα μεγάλο ποσοστό (42,5%) θα επέλεγε μια θέση εργασίας χωρίς ασφάλιση προκειμένου να μπορεί παράλληλα να λαμβάνει το ΕΕΕ. Επιπλέον, η πλειοψηφία του δείγματος δε θα πήγαινε σε εργασία που θα παρείχε τα ίδια χρήματα με το ΕΕΕ (58%), ενώ στην ερώτηση αν θα διέκοπταν την οικονομική ενίσχυση του ΕΕΕ για μια θέση εργασίας με ολιγαρκή διάρκεια όπως τα κοινωφελή προγράμματα του ΟΑΕΔ και δίμηνες συμβάσεις απάντησαν θετικά (62,7%).
Για τις συσχετίσεις των αποτελεσμάτων της έρευνας εφαρμόστηκε ο έλεγχος Pearson chi square. Μια πρώτη στατιστικά σημαντική σχέση αφορά τον χρόνο ανεργίας (μετρημένο σε έτη) και την στάση απέναντι στο ΕΕΕ. Ειδικότερα, παρατηρούμε ότι η θετική στάση απέναντι στο ΕΕΕ σχετίζεται με τα λίγα χρόνια ανεργίας (από 0 έως 2). Τα ποσοστά θετικότητας ανεβαίνουν όσο τα χρόνια ανεργίας αυξάνουν μέχρι τα 6 και, αντίστροφα, τα ποσοστά αρνητικότητας πέφτουν όσο τα χρόνια ανεργίας αυξάνουν (V=13,922, df=6, p=0,03˂0,005).
Επίσης, αξιοσημείωτη είναι η στατιστικά σημαντική σχέση μεταξύ του πόσο αποτελεσματικό κρίνουν οι δικαιούχοι του δείγματος το ΕΕΕ και της στάσης τους απέναντί του. Δηλαδή, ότι καθώς η στάση απέναντι στο ΕΕΕ από αρνητική γίνεται θετική, τόσο περισσότερο πέφτει το ποσοστό αυτών που το θεωρούν αναποτελεσματικό και παράλληλα αυξάνει το ποσοστό αυτών που το θεωρούν αποτελεσματικό (V=40,121, df=4, p=0,000<0,05).
Μια άλλη συσχέτιση που μπορούμε να δούμε σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας είναι αυτή της ηλικίας του δείγματος σε σχέση με τη στάση του για το ΕΕΕ. Παρατηρούμε ότι όσο αυξάνεται η ηλικία των δικαιούχων τόσο πιο ικανοποιημένοι δείχνουν από το πρόγραμμα του ΕΕΕ. Τέλος, όσο αφορά την συσχέτιση της εκπαίδευσης σχετικά με τη στάση για το ΕΕΕ παρατηρούμε ότι θετική στάση είχε η πλειοψηφία των δικαιούχων και των τριών βαθμίδων εκπαίδευσης. Αντίθετα αρνητική στάση είχαν τα άτομα με καθόλου εκπαίδευση.
Ποιοτική έρευνα
Από τη θεματική ανάλυση των συνεντεύξεων προέκυψαν τρεις κύριες θεματικές ενότητες, ΕΕΕ και σκοπός του, ΕΕΕ και εργασία και ΕΕΕ και αδήλωτη εργασία. Από τους 10 συνεντευξιαζόμενους οι 8 ήταν γυναίκες. Η ηλικία τους κυμαινόταν μεταξύ 27 και 55 ετών. Όσον αφορά το επίπεδο εκπαίδευσή τους ένα άτομο ήταν χωρίς καθόλου εκπαίδευση, δυο είχαν ολοκληρώσει την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, τρεις την δευτεροβάθμια και τέσσερεις την τριτοβάθμια εκπαίδευση εκ των οποίων η μια είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος. Όταν ρωτήθηκαν για την οικογενειακή τους κατάσταση πέντε ήταν έγγαμοι, τρείς διαζευγμένοι και δυο άγαμοι. Επίσης, εφτά ήταν εργαζόμενοι σε διάφορες ειδικότητες ο καθένας, ενώ τρείς ήταν άνεργοι τη συγκεκριμένη περίοδο. Το μηνιαίο εισόδημα των δικαιούχων κυμαινόταν από μηδενικό έως 700 ευρώ και πρόκυπτε από την εργασία τους και τα χορηγούμενα επιδόματα από το ΕΕΕ, τον ΟΑΕΔ και το επίδομα παιδιού (Α21). Τέλος, όλοι οι συνεντευξιαζόμενοι ήταν δικαιούχοι του ΕΕΕ και ο χρόνος λήψης του κυμαινόταν από 1 μήνα έως 4 χρόνια.
Στην ερώτηση σχετικά με τον ορισμό και τον σκοπό του ΕΕΕ οι περισσότεροι απάντησαν ότι είναι μια οικονομική ενίσχυση για τις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες. Από την πλειοψηφία των απαντήσεων φάνηκε ότι το ΕΕΕ είναι μια οικονομική ενίσχυση στις οικογένειες που δε μπορούν να ανταπεξέλθουν οικονομικά και κοινωνικά ως επακόλουθο της οικονομικής κρίσης που βιώνει η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Ένα μέτρο που υιοθετείται από την εκάστοτε κυβέρνηση ως μέτρο επιβίωσης των αδυνάμων πολιτών. Η παραδοχή ότι ανήκουν σε οικογένειες που δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν στην κάλυψη έστω των βασικών αγαθών και ότι ζουν στα κατώτερα όρια της φτώχειας είναι σε όλους κοινή. Το κύριο συναίσθημα που φαίνεται να προκαλεί αυτή η παραδοχή είναι η απογοήτευση, που κάνει την εμφάνιση της από την αρχή κιόλας των συνεντεύξεων. Επίσης, παρατηρείται ότι οι περισσότεροι από τους συνεντευξιαζόμενους γνωρίζουν και αναφέρουν μόνο τον πρώτο πυλώνα του ΕΕΕ, που αφορά την οικονομική ενίσχυση. Μόνο ένα άτομο κάνει αναφορά για τους άλλους δυο πυλώνες, την πρόσβαση σε υπηρεσίες, παροχές, αγαθά και την επανένταξή τους στην αγορά εργασίας και κατά συνέπεια στην κοινωνία.
Σύμφωνα με την συντριπτική πλειοψηφία των απαντήσεων των δικαιούχων φαίνεται να έχουν το ΕΕΕ περισσότερο συνδεμένο με την οικονομική ενίσχυση και λιγότερο με τις υπόλοιπες παροχές του προγράμματος. Αναφορικά με τον τρίτο πυλώνα του προγράμματος του ΕΕΕ που αφορά την ένταξη και επανένταξη των δικαιούχων στην αγορά εργασίας και αποτελεί και τον φιλόδοξο στόχο του προγράμματος, φαίνεται να υπάρχει έλλειψη σχεδιασμού αλλά και καθοδήγησης προς τις αρμόδιες υπηρεσίες.
Όπως ήδη έχει αναφερθεί, μεγάλη συζήτηση γίνεται για το αν το ΕΕΕ βοηθά στην ένταξη στην αγορά εργασίας ή αν αντιθέτως αποθαρρύνει τους δικαιούχους του να αναζητήσουν εργασία. Είναι πολλοί αυτοί που υποστηρίζουν ότι αυτού του είδους τα προγράμματα λειτουργούν σαν επιδόματα και κάνουν τους δικαιούχους τους αν όχι να επαναπαύονται, να συμβιβάζονται ακόμα και με ελάχιστα χρήματα προς επιβίωση. Στην ερώτηση λοιπόν σχετικά με το αν δημιουργούνται κίνητρα για εύρεση εργασίας με το ΕΕΕ, η πλειοψηφία απάντησε αρνητικά. Από την άλλη πλευρά θετικά απάντησαν οι δύο δικαιούχοι που εργάζονται σε κοινωφελή προγράμματα του ΟΑΕΔ λόγω των μορίων που έλαβαν από το ΕΕΕ και τους ανέβασε θέση στον πίνακα προσλήψεων.
Όταν ρωτήθηκαν σχετικά με το αν έχουν παραστεί σε συνεντεύξεις για εύρεση εργασίας είτε στον ιδιωτικό είτε στο δημόσιο τομέα οι απαντήσεις ήταν σχεδόν μοιρασμένες. Όσον αφορά το φύλο μια υπόθεση θα ήταν ότι παραδοσιακά οι άντρες είναι αυτοί που προηγούνται στην αναζήτηση εργασίας έναντι των γυναικών που σε πολλές ελληνικές οικογένειες ακόμη συνηθίζεται να παραμένουν στην ενασχόληση με τις δουλειές του σπιτιού και την ανατροφή των παιδιών. Ένας άλλος ανασταλτικός παράγοντας στην εύρεση εργασίας μέσω συνεντεύξεων φάνηκε να είναι η ηλικία. Διαφαίνεται λοιπόν ότι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία δικαιούχοι δεν έχουν τις ίδιες ευκαιρίες στην εύρεση εργασίας σε σχέση με τους νεότερους παράγοντας που σταδιακά πιθανόν να τους αποθαρρύνει από την συμμετοχή τους σε παρόμοιες συνεντεύξεις.
Στην ερώτηση τι είδους εργασία αναζητούν κυρίως, η συντριπτική πλειοψηφία δήλωσε πως αναζητά εργασία σχετική με το αντικείμενο που γνωρίζει ή έχει ειδικευτεί. Αν και η πρώτη τους επιλογή στην αναζήτηση εργασίας είναι το αντικείμενο που γνωρίζουν, η απόρριψη μιας θέσης εργασίας με καλά όπως αναφέρουν χρήματα σε οποιοδήποτε αντικείμενο φαντάζει πολυτέλεια. Κοινός παρονομαστής σχεδόν σε όλες τις συνεντεύξεις ήταν οι χρηματικές απολαβές.
Οι απαντήσεις των συνεντευξιαζόμενων σχετικά με το αν έχουν απορρίψει θέση εργασίας φοβούμενοι μήπως γίνει διακοπή της λήψης του ΕΕΕ ήταν κατά κύριο λόγω αρνητικές γιατί κυρίως δεν τους είχαν γίνει αντίστοιχες προτάσεις.
Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απόψεις των συνεντευξιαζόμενων όσο αφορά την αδήλωτη εργασία. Οι περισσότεροι δικαιούχοι ενώ ιδεολογικά φαίνεται να διαφωνούν με την αδήλωτη εργασία ¨αναγκάζονται¨ εν τέλει να δουλέψουν σε αυτό το καθεστώς. Το ΕΕΕ φαίνεται να λειτουργεί ως ένα μαξιλάρι ασφαλείας για τα άτομα και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να τεθεί σε κίνδυνο η λήψη του. Ουσιαστικά φαίνεται σαν το ΕΕΕ να αποτελεί το βασικό μηνιαίο εισόδημα επιβίωσης, πάνω στο οποίο η οικογένεια, κυρίως μέσα από την αδήλωτη εργασία, «χτίζει» το συνολικό εισόδημα της για να καλύψει τις ανάγκες της.
Στην ερώτηση αν ο ιδιωτικός τομέας προωθεί την αδήλωτη εργασία όλοι οι δικαιούχοι απάντησαν θετικά. Διαφαίνονται έντονα τα ποικίλα συναισθήματα που νιώθουν οι συνεντευξιαζόμενοι κυρίως όμως ο εγκλωβισμός τους. Από τη μια θέσεις εργασίας κυρίως στον ιδιωτικό τομέα σε εποχική ή ολιγόωρη απασχόληση με τον κατώτατο μισθό και από την άλλη να παραμείνουν στη λήψη του ΕΕΕ και την αποχή από κάθε αναζήτηση εργασίας με φόβο μήπως αυτό κοπεί, έχοντας πλέον ως στόχο την επιβίωση και μόνο. Μόνη ελπίδα σε αυτήν τους την κατάσταση φαντάζει ή η εύρεση αδήλωτης εργασίας για να αυξηθούν τα μηνιαία έσοδα παράλληλα με το ΕΕΕ ή η εύρεση μιας αξιόλογης θέσης εργασίας με ικανοποιητικό μισθό. Στην τελευταία δε ερώτηση της συνέντευξης αν θα επεδίωκαν την αδήλωτη εργασία ώστε να λαμβάνουν συγχρόνως το ΕΕΕ η πλειοψηφία απάντησε θετικά.
Εξετάζοντας τις ερευνητικές υποθέσεις που τέθηκαν στην αρχή της έρευνας, φαίνεται σύμφωνα με τις απαντήσεις και τα βιώματα των ερωτηθέντων ότι αυτές επιβεβαιώνονται. Σχετικά με την πρώτη ερευνητική υπόθεση που αναφέρεται στο κατά πόσο η εισοδηματική ενίσχυση που λαμβάνουν οι δικαιούχοι, έχει αναβαθμίσει το ήδη χαμηλό βιοτικό τους επίπεδο η στάση των ερωτηθέντων ήταν αρνητική. Παρατηρούμε ότι το πόσο που λαμβάνουν οι δικαιούχοι δεν είναι αρκετό για να καλύψει τις βασικές ανάγκες για να ζήσουν αξιοπρεπώς για αυτό καταφεύγουν στην αναζήτηση εργασίας, κυρίως αδήλωτης. Αυτό απαντά και στο δεύτερο ερευνητικό ερώτημα στο αν σχετίζεται το ΕΕΕ με την αδήλωτη εργασία. Οι ερωτώμενοι για να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες αναγκάζονται να προσφύγουν στην αδήλωτη εργασία για μεγαλύτερη οικονομική ενίσχυση. Οπότε όχι μόνο σχετίζεται αλλά για πολλούς αποτελεί μονόδρομο και είναι σκεπτικοί απέναντι σε προτάσεις εργασίας που αφορούν μικρή διάρκεια σύμβασης ή χαμηλές αποδοχές. Η επιλογή αυτή φαίνεται να προκύπτει από την ανάγκη ύπαρξης ενός βασικού αμετάβλητου μηνιαίου εισοδήματος απαραίτητου για την επιβίωση τους. Παρότι σκοπός του προγράμματος μέσω του τρίτου πυλώνα είναι η εύρεση εργασίας και η ένταξη του ατόμου στην αγορά εργασίας και κατ΄επέκταση στην κοινωνία, εύλογα μπορεί κάποιος να συμπεράνει ότι όλες οι επιλογές που κάνει το νοικοκυριό σε σχέση με την εύρεση εργασίας σχετίζονται άμεσα με την οικονομική ενίσχυση που λαμβάνουν και αφορά τον πρώτο πυλώνα του ΕΕΕ. Σύμφωνα με την συνολική εικόνα των συνεντεύξεων κύριος σκοπός στην πλειοψηφία των περιπτώσεων είναι να μην χαθεί η εισοδηματική ενίσχυση. Κλείνοντας, με βάση τις απαντήσεις των συνεντευξιαζόμενων, το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα δεν εκπληρώνει τον συνολικό σκοπό ύπαρξής του.
Συζήτηση
Η συγκεκριμένη μελέτη εστιάζει στη διερεύνηση των στάσεων και των απόψεων των δικαιούχων του ΕΕΕ σε μια κοινωνική υπηρεσία της Δυτικής Ελλάδας. Ειδικότερα ως πρωταρχικοί σκοποί της μελέτης οριοθετούνται η καταγραφή της αντίληψης της υπηρεσίας και της ικανοποίησης του βιοτικού επιπέδου των πολιτών που λαμβάνουν το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, η ερμηνεία του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος και των κριτηρίων από τους πολίτες που το λαμβάνουν και η σχέση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος με την εργασία.
Σχετικά με την ερώτηση αν το ΕΕΕ πρέπει να υπάρχει ως οικονομική ενίσχυση, η συντριπτική πλειοψηφία (96,6%) απάντησε θετικά. Η αύξηση των ποσοστών ανεργίας που έφτασε το 16,6% τον Οκτώβριο του 2019 και φτώχειας έχει επηρεάσει αρνητικά τον πληθυσμό (ΕΛ.ΣΤΑΤ, 2020). Αξιοσημείωτη, στην παρούσα έρευνα, είναι η συσχέτιση του συνεχόμενου χρόνου ανεργίας με την στάση των δικαιούχων προς το ΕΕΕ, όπου προκύπτει πως με την αύξηση των χρόνων ανεργίας του ατόμου αυτή γίνεται πιο θετική. Σχεδόν το ένα τρίτο των νέων της Ευρώπης είναι εκτεθειμένοι σε αυξημένο κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού (European Commission, 2017).
Σε ποσοστό πάνω από 70% το δείγμα απάντησε ότι θα ανέφερε ανοιχτά σε τρίτους ότι είναι δικαιούχοι του ΕΕΕ. Αν και το ΕΕΕ απευθύνεται σε άτομα που διαβιούν στα κατώτερα όρια της φτώχειας, όπως αναφέρθηκε και στις συνεντεύξεις μετά από τόσα χρόνια ύπαρξης έχει πλέον καθιερωθεί και τα άτομα μιλούν για την λήψη του ανοιχτά χωρίς να νιώθουν ότι με κάποιο τρόπο στιγματίζονται. Επιπλέον, εξαιτίας της αύξησης της οικονομικής κρίσης ο δικαιούχος νιώθει ότι δεν ευθύνεται για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται και ότι άλλωστε πάρα πολλοί συμπολίτες του ανήκουν στην ίδια θέση, με αποτέλεσμα η λήψη της εισοδηματικής ενίσχυσης να μην έχει τον ίδιο αρνητικό χαρακτήρα σε σύγκριση με το παρελθόν (Χατζηβαρνάβα, 2013).
Η έρευνα περιείχε ερωτήσεις που αφορούσαν τον βαθμό ικανοποίησης από την υπηρεσία που δόθηκαν τα ερωτηματολόγια προς συμπλήρωση και διεκπεραιώνονται αιτήσεις για το ΕΕΕ. Με ποσοστό σχεδόν 60% το δείγμα είχε θετική στάση απέναντι στην υπηρεσία.
Εν αντιθέσει με άλλα προγράμματα, για την υποβολή αίτησης στο ΕΕΕ οι περισσότεροι δικαιούχοι χρειάζεται να επισκεφτούν την υπηρεσία του οικείου Δήμου τους. Αν υπολογίσουμε το μεγάλο χρονικό διάστημα που κάποιος μπορεί να είναι δικαιούχος και την αλλαγή της διάρκειας υποβολής της αίτησης από ένα χρόνο σε έξι μήνες, οι επισκέψεις στην υπηρεσία είναι πιο συχνές με αποτέλεσμα να δημιουργούνται μακροχρόνιες σχέσεις συνεργασίας και πιθανότατα εμπιστοσύνης με τους υπαλλήλους, ειδικά στους μικρότερους δήμους που έχουν λιγότερο κοινό.
Άλλος πολύ σημαντικός παράγοντας που σχετίζεται και οδηγεί σε θετική στάση απέναντι στην υπηρεσία είναι η πληροφόρηση και παραπομπή σε άλλες παροχές κοινωνικής πρόνοιας και αλληλεγγύης, όπου πάνω από το 59% του δείγματος απάντησε ότι λαμβάνει. Οι παροχές αυτές σχετίζονται κυρίως με τον δεύτερο πυλώνα του ΕΕΕ και αφορούν θέματα όπως την ένταξη στο κοινωνικό οικιακό τιμολόγιο, την απαλλαγή από δημοτικά τέλη, την έκπτωση στο λογαριασμό νερού κ.α. (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, 2018). Στην υπηρεσία παρέχονται όμως και πιο προσωποποιημένες υπηρεσίες και πληροφορίες όπως σε ειδικές περιπτώσεις η ένταξη στο Κοινωνικό Παντοπωλείο επιπλέον από την λήψη του ΤΕΒΑ, ένταξη στο συσσίτιο, δικτύωση με τις δομές αστέγων, παραπομπή στο τμήμα τρίτης ηλικίας κ.α. Αξίζει εδώ να αναφερθεί ότι στο μεγαλύτερο ποσοστό (47,12%) οι ωφελούμενοι απάντησαν ότι τους παρέχεται και συμβουλευτική υποστήριξη όταν την χρειάζονται. Η υπηρεσία λοιπόν δεν είναι εκεί για την διεκπεραίωση των αιτήσεων μόνο αλλά για την συνολική εκτίμηση των αναγκών του δικαιούχου και την πληροφόρηση για αξιοποίηση όλων των παροχών που μπορεί να δικαιούται.
Όσον αφορά τη συνολική στάση των δικαιούχων για το ΕΕΕ αυτή φαίνεται να είναι θετική. Λαμβάνεται υπόψη ότι το 67,3% πιστεύει ότι το ΕΕΕ είναι ένα επιτυχημένο πρόγραμμα και το συντριπτικό 96,6% του δείγματος δηλώνει ότι πρέπει να υπάρχει ως οικονομική ενίσχυση. Η Ελλάδα εξαιτίας της παγκόσμιας κρίσης και των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που εφαρμόστηκαν από οργανισμούς όπως το ΔΝΤ έφερε τους πολίτες αντιμέτωπους με μια οικονομική κρίση που δε φανταζόντουσαν (Spyridakis, 2018). Η οικονομική κρίση που βιώνουν οι κάτοικοι της Ελλάδας την τελευταία δεκαετία δεν αφήνει περιθώρια απόρριψης του προγράμματος. Το ΕΕΕ με τα χρόνια έχει γίνει όχι μόνο αποδεκτό αλλά και σύμφωνα με τον Δημουλά (2017) αναγκαίο για την αντιμετώπιση της ακραίας φτώχειας.
Παρότι όμως η γενική τους στάση είναι θετική σε επιμέρους ερωτήσεις βρέθηκαν διαφορετικά ευρήματα. Συγκεκριμένα όταν ερωτήθηκαν αν καλύπτει οικονομικά τις ανάγκες της οικογένειας για να ανταπεξέλθει στα βασικά έξοδα το 54,6% του δείγματος διαφώνησε. Επιπλέον όταν ερωτήθηκαν αν το ΕΕΕ επαρκεί για να βελτιωθεί το βιοτικό τους επίπεδο απάντησαν σε ποσοστό 63,8% αρνητικά. Το ΕΕΕ δεν είναι ικανό να καλύψει τις ανάγκες της καθημερινότητας τους, πόσο μάλλον να τη βελτιώσει. Σύμφωνα με τον Spyridakis (2019) σε μελέτη που πραγματοποιήθηκε αναφέρθηκε ότι δεν σημειώθηκε σημαντική βελτίωση στο βιοτικό επίπεδο των νοικοκυριών πριν και μετά τη λήψη του ΕΕΕ. Το European Social Policy Network (ESPN) (2017) αναφέρει σχετικά, ότι η οικονομική ενίσχυση από το ΕΕΕ δεν είναι επαρκής για να εξασφαλιστεί αξιοπρεπής οικονομική διαβίωση.
Αξιοσημείωτο είναι ότι ενώ στις παραπάνω ερωτήσεις σχετικά με την επάρκεια του ΕΕΕ η συντριπτική πλειοψηφία απάντησε αρνητικά, στην ερώτηση που αφορούσε την οικονομική ασφάλεια που το ΕΕΕ παρέχει στην οικογένεια το δείγμα μοιράστηκε. Το 35,1% απάντησε αρνητικά, ότι δεν νιώθει οικονομική ασφάλεια με το ΕΕΕ, ενώ το 46,5% απάντησε θετικά. Υπάρχει λοιπόν ένα μεγάλο ποσοστό δείγματος που απαντά ότι το ΕΕΕ παρέχει οικονομική ασφάλεια στο οικογενειακό περιβάλλον. Αξίζει να αναρωτηθούμε, είναι τυχαίο ότι το ΕΕΕ συχνά περιγράφεται ως δίχτυ ασφαλείας; Τα άτομα όπως έντονα προέκυψε και από τις συνεντεύξεις δεν νιώθουν την οικονομική ασφάλεια που θα τους προσέφερε μια σταθερή θέση εργασίας αλλά αναγκαστικά αρκούνται σε οποιαδήποτε μορφή ασφάλειας το κράτος τους παρέχει. Η οικονομική ασφάλεια που το ποσοστό αυτό του δείγματος δηλώνει ότι του παρέχεται, φαίνεται όμως περισσότερο σαν οικονομική εξάρτηση. Δεν τίθεται λοιπόν ζήτημα βελτίωσης του βιοτικού τους επίπεδου αλλά ζήτημα επιβίωσης.
Την διαπίστωση αυτή έρχεται να ενισχύσει και το εξής: σε ερώτηση αν το ΕΕΕ τους βοηθά να ενταχθούν στην κοινωνία το 61% του δείγματος απάντησε αρνητικά. Δεν εντάσσονται στην κοινωνία ενεργά απλά υπάρχουν και συντηρούνται. Σύμφωνα με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή της Ελλάδος (2015) και το ESPN (2017) το ΕΕΕ βασίζεται στον πρώτο πυλώνα που αφορά την οικονομική ενίσχυση. Αναμενόμενη λοιπόν ήταν η απάντηση του 85,7% του δείγματος που θεωρεί ότι το ΕΕΕ αφορά μόνο την οικονομική του ενίσχυση, η οποία όπως αναλυτικότερα αναφέρει στις συνεντεύξεις, είναι ελάχιστη και αδυνατεί να παρέχει την προαναφερόμενη ένταξη του στην κοινωνία. Φαίνεται είτε να αγνοούν τις υπόλοιπες παροχές του προγράμματος είτε να μην τις θεωρούν άξιες αναφοράς. Επιπλέον, όπως οι ίδιοι αναφέρουν σε ποσοστό 68,9%, τα εισοδηματικά κριτήρια που θέτει το πρόγραμμα είναι πολύ χαμηλά και σύμφωνα με τον ESPN (2017) λόγω αυτής της ιδιαίτερης αυστηρότητας καλύπτονται μόνο οι περισσότερο ευάλωτοι. Αντιστοίχως με τα εισοδηματικά κριτήρια χαμηλές είναι και οι οικονομικές απολαβές με την Ελλάδα να θέτει ως κατώτατη εισοδηματική ενίσχυση για το μονοπρόσωπο νοικοκυριό τα 200 ευρώ το μήνα. Είναι λοιπόν εύλογο να αναρωτιόμαστε αν η συνολική θετική στάση που έχουν οι ερωτηθέντες απέναντι στο ΕΕΕ είναι αντικειμενική ή απλά προκύπτει από ανάγκη.
Ένα άλλο σημαντικό εύρημα που προέκυψε σε σχέση με την στάση ως προς το ΕΕΕ είναι το εξής: στην ποσοτική έρευνα φαίνεται πώς καθώς η ηλικία μεγαλώνει η στάση προς το ΕΕΕ γίνεται πιο θετική ενώ αντιθέτως στις συνεντεύξεις παρατηρήθηκε ότι τα μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα είχαν αρνητική στάση για το ΕΕΕ. Κύριος παράγοντας αυτής της αρνητικής στάσης ήταν η συνταξιοδότηση. Όντας πιο κοντά στην συνταξιοδότηση από τα νεότερα σε ηλικία άτομα κύριο μέλημα τους ήταν η εύρεση εργασίας με ένσημα και όχι η λήψη του ΕΕΕ ή άλλων οικονομικών απολαβών αυτού του είδους. Η γενικευμένη εργασιακή αβεβαιότητα που υπάρχει λόγω κρίσης, χρόνια τώρα οδηγεί τα άτομα σε πρόωρη συνταξιοδότηση. Η πρόωρη σύνταξη αποτελεί μια προσπάθεια άμυνας απέναντι στην κατάσταση που βιώνουν και μια προσπάθεια να αποφύγουν τις συνεχείς περικοπές των συντάξεων (Καρακιουλάφη και συν., 2014).
Μια άλλη επισήμανση που έχει ενδιαφέρον είναι πως, παρά την έντονη επιθυμία των μεγαλύτερων ατόμων για εύρεση εργασίας ακόμα και με λιγότερο ευνοϊκούς όρους, ο παράγοντας ηλικία φαίνεται να είναι αποτρεπτικός από την μεριά των εργοδοτών. Ενώ φάνηκε να είναι αυτοί που αναζητούν εργασία εντονότερα λόγω ηλικίας και ενσήμων είναι παράλληλα και αυτοί που απορρίπτονται πρώτοι από τους εργοδότες και όχι μόνο, για τους ίδιους λόγους. Η κατάσταση αυτή εντείνεται και από το κράτος όταν με διατάξεις ευνοεί εργασιακά την πρόσληψη συγκεκριμένων πληθυσμιακών ομάδων συνήθως μικρότερης ηλικίας (Καρακιουλάφη και συν., 2014). Συμπεραίνεται λοιπόν ότι, η εν αντιθέσει με την ποιοτική έρευνα, θετική στάση που προκύπτει στην ποσοτική έρευνα από τα μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα του δείγματος προέρχεται ουσιαστικά από την ανάγκη ύπαρξης ενός εισοδήματος για την διαβίωση τους. Δεν επιθυμούν την οικονομική ενίσχυση από το ΕΕΕ, τους είναι όμως απαραίτητη.
Είναι το ΕΕΕ ικανό να καλύψει οικονομικά τις καθημερινές τους ανάγκες; Το 81% απαντά όχι. Στην συντριπτική τους πλειοψηφία οι δικαιούχοι δηλώνουν ότι για να ανταπεξέλθουν στις καθημερινές τους μόνο ανάγκες, βασίζονται πέρα από το ΕΕΕ και σε άλλα εισοδήματα/επιδόματα καθώς επίσης στρέφονται για οικονομική ενίσχυση σε οικογένεια και φίλους. Προκύπτει λοιπόν ότι το πρόγραμμα του ΕΕΕ από μόνο του αδυνατεί να καλύψει καταστάσεις ακραίας φτώχειας που αποτελεί και τον κύριο σκοπό του (Spyridakis, 2019).
Ένα από τα βασικά ερευνητικά ερωτήματα ήταν η σχέση του ΕΕΕ με την εργασία. Η πλειοψηφία του δείγματος με ποσοστό 42,5% θεωρεί το ΕΕΕ αναποτελεσματικό, ουδέτερη στάση κρατά το 33,9%, ενώ μόνο το 23,6% θεωρεί το ΕΕΕ αποτελεσματικό σε σχέση με την εργασία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι απαντήσεις των ερωτωμένων σχετικά με το αν το ΕΕΕ δίνει κίνητρα στους δικαιούχους του για εύρεση εργασίας. Το 50,5% του δείγματος απάντησε αρνητικά ενώ το υπόλοιπο δείγμα μοιράστηκε ισόποσα με θετική και ουδέτερη στάση. Η αντίστοιχη ερώτηση πραγματοποιήθηκε και στην ποιοτική έρευνα και οι απαντήσεις που δόθηκαν βοηθούν πολύ στο να κατανοηθούν τα παραπάνω ποσοστά. Και στην ποιοτική έρευνα, στην πλειοψηφία του το δείγμα απάντησε αρνητικά. Υποστήριξαν ότι η λήψη του ΕΕΕ μπορεί να κάνει τα άτομα να επαναπαύονται ή από τις συνεχείς απογοητεύσεις να παραιτούνται και να συμβιβάζονται με αυτό το ποσό. Τέθηκαν φυσικά πολλοί επιμέρους παράγοντες σε σχέση με το ΕΕΕ και την αποθάρρυνση των ατόμων για αναζήτηση εργασίας , όπως η ηλικία του δικαιούχου, το φύλο, αν υπάρχουν άλλα εισοδήματα και άλλα μέλη στο νοικοκυριό αλλά ακόμα και το εγκεκριμένο ποσό της αίτησης. Αναφορικά με το 24,7% του δείγματος που πιστεύει ότι το ΕΕΕ δίνει κίνητρα για εύρεση εργασίας το αντίστοιχο μικρό ποσοστό των συνεντευξιαζόμενων στην ποιοτική έρευνα που συμφώνησε με αυτή την άποψη, έδωσε ως κύρια αιτιολόγηση την ύπαρξη των επιπλέον μορίων που δίνει το ΕΕΕ στην προκήρυξη για το Κοινωφελές πρόγραμμα του ΟΑΕΔ (Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού, 2020).Οι δικαιούχοι του ΕΕΕ προηγούνται έναντι άλλων υποψηφίων καθώς λαμβάνουν επιπλέον μόρια. Αυτή η επιπλέον μοριοδότηση γίνεται αντιληπτή από τους δικαιούχους ως κίνητρο που το ΕΕΕ παρέχει για εύρεση εργασίας.
Η σχέση του ΕΕΕ με την εργασία διερευνήθηκε περαιτέρω. Συγκεκριμένα όταν ρωτήθηκαν εάν θα αποδεχόντουσαν μια θέση εργασίας με τις ίδιες οικονομικές απολαβές που τους παρέχει το ΕΕΕ το 42% απάντησε θετικά και το 58% αρνητικά. Οι απαντήσεις των δικαιούχων και στις δύο περιπτώσεις σχετίζονται με την κατάσταση που βιώνουν την δεδομένη στιγμή αλλά και με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους όπως φύλο, ηλικία, οικογενειακή κατάσταση κ.α.. Το 42% που θα αποδέχονταν μια θέση εργασίας που παρέχει το ίδιο ποσό με το ΕΕΕ θέτει ως κύριους παράγοντες για την επιλογή αυτή την ύπαρξη ενσήμων και την ανάγκη για κοινωνική ένταξη μέσω της εργασίας. Ενώ η αρνητική απάντηση της πλειοψηφίας των δικαιούχων σχετίζεται έντονα με το εγκεκριμένο ποσό της αίτησης του ΕΕΕ. Όπως αναφέρθηκε στις συνεντεύξεις ένα ικανοποιητικό μηνιαίο ποσό που θα εγκριθεί από το ΕΕΕ δεν παύει να είναι ένα μικρό ποσό όταν αυτό προέρχεται από μισθοδοσία. Επίσης τα έξοδα μετακίνησης προς την εργασία ή άλλα έξοδα όπως για παράδειγμα η φύλαξη των ανήλικων τέκνων μπορούν να λειτουργήσουν αποτρεπτικά. Συνεπώς η πλειοψηφία των δικαιούχων δεν θα επιδιώξει εργασία (τουλάχιστον δηλωμένη) με τις ίδιες οικονομικές απολαβές που το ΕΕΕ παρέχει.
Και στις δύο έρευνες μεγάλη έμφαση δόθηκε στη συσχέτιση ΕΕΕ και αδήλωτης εργασίας. Οι λόγοι για αυτές τις επιλογές των ερωτηθέντων παρέχονται άφθονα μέσα από τις συνεντεύξεις όπου το ζήτημα διερευνήθηκε διεξοδικά. Στην ερώτηση αν θα πηγαίνατε σε μια εργασία χωρίς ασφάλιση ώστε να μπορείτε παράλληλα να λαμβάνετε το ΕΕΕ το 57,5% του δείγματος απάντησε αρνητικά ενώ το 42,5% θετικά. Στην ποιοτική έρευνα αντιθέτως με την ποσοτική, η πλειοψηφία των συνεντευξιαζόμενων απάντησε θετικά, με ένα μικρό ποσοστό να απαντά αρνητικά δίνοντας ως μοναδικό ισχυρό λόγο για να μην εμπλακούν σε αδήλωτη εργασία την συλλογή ενσήμων.
Όσον αφορά το ποσοστό των ατόμων (42,5%) που θα επεδίωκαν την αδήλωτη εργασία για να λαμβάνουν παράλληλα το ΕΕΕ ως κύριους λόγους για αυτή τους την επιλογή θέτουν την οικονομική κρίση που υπάρχει τα τελευταία χρόνια, την στάση του ίδιου του κράτους που δεν τους παρέχει ευκαιρίες για εύρεση εργασίας, τη γενική άποψη που επικρατεί στο συγκεκριμένο ζήτημα και επακόλουθα καθορίζει και την αγορά εργασίας αλλά κυρίως την ανεπάρκεια του ΕΕΕ να καλύψει βασικές ανάγκες. Από την πλειοψηφία των συνεντευξιαζόμενων το ΕΕΕ παρουσιάστηκε ως βοήθημα, ανίκανο να καλύψει καθημερινά βασικά έξοδα. Για να λειτουργήσουν στην καθημερινότητα τους, με τα αντίστοιχα έξοδα που ο καθένας χρειάζεται, θα πρέπει να συμπληρώσουν με κάποιο τρόπο αυτό το ανεπαρκές μηνιαίο εισόδημα που το ΕΕΕ τους παρέχει. Αυτό εν τέλει θα πραγματοποιηθεί μέσα από την αδήλωτη εργασία που θα τους επιτρέψει να έχουν παράλληλα αυτό το επιπλέον εισόδημα. Κατανοείται λοιπόν καλύτερα ο λόγος για τον οποίο η αρχική αρνητική τους στάση που εντοπίστηκε στην ποσοτική έρευνα έρχεται σε αντίθεση με τα λεγόμενα τους στις συνεντεύξεις. Οι συνεντευξιαζόμενοι είχαν την ευκαιρία να παραθέσουν τους ειλικρινείς προβληματισμούς και παράγοντες που θα τους οδηγούσαν εν τέλη στην αδήλωτη εργασία παρά την γενική τους ιδεολογία.
Η εργασία επιφέρει πολλά οφέλη στο άτομο και σύμφωνα με τον Novac (2015) αποτελεί τον δεύτερο παράγοντα κοινωνικοποίησης μετά την οικογένεια. Πέρα από την κάλυψη των βασικών αναγκών του, το άτομο μέσω της εργασίας αναπτύσσει κριτική σκέψη, αποκτά νέες γνώσεις και δεξιότητες, εξελίσσει τα ταλέντα του και γίνεται ικανότερο (Κούρια, 2019). Η νοηματοδότηση της ζωής του ατόμου μέσα από το ρόλο του ως εργαζόμενος είναι πολύ ισχυρή. Συνεπώς, η ανάγκη για ασφάλεια και ύπαρξη μέσω της εύρεσης εργασίας υπερισχύει των διαφόρων εισοδημάτων όπως το ΕΕΕ. Σε ερώτηση εάν θα διακόπτανε την οικονομική ενίσχυση του ΕΕΕ όχι για μια ιδανική θέση εργασίας άλλα για μια με ολιγαρκή διάρκεια σύμβασης το 62,7% απάντησε θετικά. Δεν είναι μόνο το ζήτημα των ενσήμων και των καλύτερων οικονομικών απολαβών που τίθενται αλλά και το ζήτημα της ανάγκης του ατόμου να υπάρχει στην κοινωνία μέσω της εργασίας του.
Συμπεράσματα – Προτάσεις
Το φαινόμενο της φτώχειας αποτελεί ένα μόνιμο πρόβλημα τόσο στη χώρα μας όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Το ΕΕΕ είναι ένα κοινώς αποδεκτό μέτρο από τα περισσότερα κράτη της ΕΕ για την αντιμετώπιση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού με την Ελλάδα να είναι από τις τελευταίες χώρες που το εφάρμοσε.
Ένα από τα ερευνητικά ερωτήματα της έρευνας ήταν να διερευνηθεί αν βελτιώθηκε το βιοτικό επίπεδο των ατόμων με τη λήψη του ΕΕΕ. Το ΕΕΕ αποτελεί περισσότερο ένα ανακουφιστικό μέτρο. Δεν είναι επαρκές για να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο των ήδη επιβαρυμένων από την κρίση νοικοκυριών και κρίθηκε αδύναμο να βοηθήσει στην κοινωνική τους ένταξη.
Η ανεργία αλλά και η εργασιακή επισφάλεια αφορά όλο και μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Δύο από τα ερευνητικά ερωτήματα της έρευνας ήταν να διερευνηθεί αν το ΕΕΕ επηρεάζει την αναζήτηση εργασίας καθώς και αν σχετίζεται με την αδήλωτη εργασία. Οι ερωτηθέντες στην πλειοψηφία τους, παρά την λήψη της οικονομικής ενίσχυσης δεν σταματούν να αναζητούν εργασία. Όπως οι ίδιοι δηλώνουν το εγκεκριμένο ποσό δεν είναι επαρκές για να καλύψει ούτε τις βασικές τους ανάγκες. Επιζητούν μεν θέσεις εργασίας με αξιοπρεπείς οικονομικές απολαβές που να ανταποκρίνονται στα προσόντα τους αλλά λόγω της γενικότερης κατάστασης που υπάρχει στην αγορά εργασίας δεν τα καταφέρνουν να προσληφθούν σε τέτοιες θέσεις, με αποτέλεσμα να στρέφονται σε άλλες μορφές εργασίας.
Η αδήλωτη εργασία συνυπάρχει με την ανεργία χρόνια τώρα και τα άτομα οδηγούνται σε αυτή για ποικίλους λόγους. Αυτό που αλλάζει πλέον είναι πως ο κύριος στόχος των ατόμων που εργάζονται σε αυτό το καθεστώς εργασίας, δεν είναι άλλος από το να μην χαθεί αυτό το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα που το κράτος παρέχει. Η στροφή προς την αδήλωτη εργασία όπως τα άτομα δηλώνουν δεν γίνεται από επιλογή αλλά από ανάγκη. Κανείς τους δεν αποζητά ασταθείς εποχικές κυρίως θέσεις εργασίας, χωρίς ασφάλιση που συνήθως δεν συμβαδίζουν με τα προσόντα τους και τους υποβαθμίζουν εργασιακά. Στην βάση λοιπόν των δεδομένων που συλλέχθηκαν η έρευνα επιβεβαιώνει τα αποτελέσματα των Καρακιουλάφη και συν. (2014) που σε έρευνά τους αναδεικνύουν ότι αυτού του είδους η εργασιακή απασχόληση εντείνει τον κίνδυνο της οικονομικής και κοινωνικής υποβάθμισης των ατόμων.
Οι πολιτικές του κράτους για την καταπολέμηση της φτώχειας μοιάζουν ανήμπορες να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, αν δεν υπάρξει καθολική και αποτελεσματική υλοποίηση του πυλώνα που αφορά την ένταξη/επανένταξη των δικαιούχων του προγράμματος στην αγορά εργασίας. Σύμφωνα με τους Καρακιουλάφη και συν. (2014) η ένταξη αυτή θα είναι αξιοπρεπής και δε θα υποβιβάζει εργασιακά το άτομο μόνο εάν πέρα από την ανεργία δοθεί έμφαση και στην αντιμετώπιση των επισφαλών σχέσεων εργασίας. Αν τα άτομα συνεχίσουν να κινούνται ανάμεσα στην ανεργία και σε επισφαλείς σχέσεις εργασίας η εξάρτηση από προγράμματα σαν το ΕΕΕ μοιάζει μονόδρομος.
Συμπεραίνεται ότι το ΕΕΕ χρόνια μετά την εφαρμογή του, δεν εκπληρώνει τον σκοπό ύπαρξης του. Παρέχει οικονομική ενίσχυση αλλά δεν αρκεί για να αναβαθμιστεί το βιοτικό επίπεδο των δικαιούχων του, παρά μόνο ίσως αυτών που πριν ζούσαν σε εξαιρετικά ακραίες μορφές φτώχειας. Με την περαιτέρω συνέχιση της τωρινής κατάστασης οι συνέπειες για τους δικαιούχους θα είναι εν τέλει αρνητικές και όχι μόνο στον ψυχολογικό τομέα. Είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψιν ότι η διαβίωση σε συνθήκες οικονομικής επισφάλειας και οικονομικής φτώχειας είναι δυνατόν να έχουν μακροπρόθεσμες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες. Μπορεί να συμβάλουν στην ύπαρξη χρόνιων προβλημάτων υγείας ή και να στερήσουν ευκαιρίες σε παιδιά που μεγαλώνουν σε επιβαρυμμένα νοικοκυριά (Eurofound, 2015; Hümbelin, 2016).
Κλείνοντας, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της παρούσας έρευνας, αναφέρονται οι ακόλουθες προτάσεις σχετικά με το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα.
- Πραγματοποίηση της έρευνας και σε άλλες αρμόδιες υπηρεσίες της Ελλάδας με μεγαλύτερο δείγμα για την καλύτερη καταγραφή της αντίληψης και της ικανοποίησης του βιοτικού επιπέδου των πολιτών που λαμβάνουν το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα.
- Ουσιαστική εφαρμογή όλων των πυλώνων του ΕΕΕ σε εθνικό επίπεδο
- Μεγαλύτερη οικονομική ενίσχυση διότι αυτή που δίνεται στους δικαιούχους δεν είναι επαρκής και δεν εξασφαλίζει τις βασικές ανάγκες δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο νέους φτωχούς.
Βιβλιογραφία
Ελληνόγλωσση
- Γαλάνης, Π. (2017) Βασικές αρχές της ποιοτικής έρευνας στις επιστήμες υγείας. Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής. 34(6), 834-840
- Δαφέρμος, Γ., Θεοφιλάκου, Α., Μαυροδημητράκης, Χρ., Τσακλόγλου, Π. (2008) Η φτώχεια στην Ελλάδα: Ομοιότητες και διαφορές χρησιμοποιώντας εναλλακτικές μεθοδολογικές προσεγγίσεις. Παρατηρητήριο Οικονομικών και Κοινωνικών Εξελίξεων. Αθήνα: ΙΝΕ ΓΣΕΕ και UADPhilEcon.
- Δημουλάς, Κ. (2017) Η εφαρμογή του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης στην Ελλάδα., Κοινωνική Πολιτική, Τεύχος 7, Ιανουάριος. 7-24.
- Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ). (2019) Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών: Έτος 2018. Διαθέσιμο στο: https://www.statistics.gr/documents/20181/f532929a-3cd7-57c2-43a5- 5307f601d66f Ανακτήθηκε 4 Ιουλίου 2020.
- Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ). (2020) Έρευνα Εργατικού Δυναμικού διαθέσιμο στο: https://www.statistics.gr/documents/ 20181/d551f104-0148- eb3f-1328-ad90f72f7498 Ανακτήθηκε 4 Ιουλίου 2020.
- Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας. (2014). Αρ. απόφασης 39892/ΓΔ1.2, Φ.Ε.Κ., Τεύχος Β΄, αρ. φύλλου 3018. Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο
- Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας. (2018) Αρ. απόφασης Δ 13/οικ./33475/1935, Φ.Ε.Κ., Τεύχος Β΄, αρ. φύλλου 2281. Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο.
- Ίσαρη, Φ. και Πούρκος, Μ. (2015) Ποιοτική Μεθοδολογία Έρευνας. Εφαρμογές στην Ψυχολογία και στην Εκπαίδευση. Αθήνα: Copyright, ΣΕΑΒ.
- Καρακιουλάφη, Χ., Σπυριδάκης, Μ., Γιαννακοπούλου, Ε., Καραλής, Δ., Σώρος, Γ. (2014) Ανεργία και εργασιακή επισφάλεια. Διαστάσεις και επιπτώσεις σε καιρό κρίσης. Παρατηρητήριο Οικονομικών και Κοινωνικών Εξελίξεων. Αθήνα. Ινστιτούτο εργασίας ΓΣΕΕ.
- Κέντρο Κοινότητας. (2020) Διαθέσιμο στο: https://www.kentrakoinotitas.gr /Home/Contact Ανακτήθηκε 22 Σεπτεμβρίου 2020.
- Κούρια, Ι. (2019) Τα οφέλη της εργασίας στη ζωή του ατόμου. Διαθέσιμο στο:https://www.psycholozin.gr/arthrografia/psychologiaenhlikwn/ergasiaofeli.html Ανακτήθηκε 3 Ιανουαρίου 2021.
- Λαγουμιτζής, Γ., Βλαχόπουλος, Γ., Κουτσογιάννης, Κ. (2015) Μεθοδολογία της Έρευνας στις Επιστήμες Υγείας. Αθήνα: ΣΕΑΒ.
- Ματσαγγάνης, Μ. (2004) Η Κοινωνική Αλληλεγγύη και οι Αντιφάσεις της. Ο ρόλος του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος σε μια σύγχρονη κοινωνική πολιτική. Αθήνα: Κριτική.
- Ματσαγγάνης, Μ., Λεβέντη, Χ., Καναβιτσά, Ε., Φλεβοτόμου, Μ. (2017) Μια Αποδοτικότερη Πολιτική για την Καταπολέμηση της Ακραίας Φτώχειας. Οργανισμός Έρευνας και Ανάλυσης. Αθήνα: διαΝεοσις.
- Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή της Ελλάδος. (2015) Η Εθνική Στρατηγική για την Κοινωνική Ένταξη: Προτεραιότητες και Προκλήσεις Αποτελεσματικής Εφαρμογής, Αθήνα: Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή Ελλάδος.
- Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού. (2020) Δημόσια Πρόσκληση Νο 4/2020. Διαθέσιμο στο: http://www.oaed.gr/documents /10195/1214512/36500+%CE%B8%CE%AD%CF%83%CE%B5%CE%B9%C F%82+%CE%94%CE%B7%CE%BC%CF%8C%CF%83%CE%B9%CE%B1+ %CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83 %CE%B7+%CE%A92%CE%A764691%CE%A92-%CE%A5% CE% A46+%281%29-2.pdf/7397fd17-89cc-433c-a0fd-8e8c69610129 Ανακτήθηκε 3 Ιανουαρίου 2021.
- Χατζηβαρνάβα, Ε. (2013) Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα: Προσεγγίσεις και Προτάσεις ενόψει της Πιλοτικής Εφαρμογής του Μέτρου. Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και Ανθρώπινου Δυναμικού. Διαθέσιμο στο: https://www.eiead.gr/publications/docs/elaxisto_egguhmeno_eisodhma_eiead_2013.pdf Ανακτήθηκε 2 Ιανουαρίου 2021.
Ξενόγλωσση
- Basic Income Earth Network (BIEN). (2020) Available at: https://basicincome.org/ Accessed 11 October 2020.
- Edwards, R. & Holland, J. (2013) What is qualitative interviewing? Bloomsbury Academic. pp 2–3.
- Esping-Andersen, Costa. (1990) The Three Worlds of Welfare Capitalism. Cambridge: Polity Press, pp 9-54.
- (2015) Access to social benefits: Reducing non-take-up. Brussels. Publications office of the European Union.
- European Commission. (2017) Θεματικό Ενημερωτικό Δελτίο Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, Κοινωνική Ένταξη. Available at: https://ec.europa.eu/info/sites/ info/files/file_import/european-semester_thematic factsheet_social_inclusion_ el.pdf Accessed 23 November 2020.
- European Economic and Social Committee. (2013). Towards a European minimum income. Contribution Workers’ Group. Brussels: Visits and Publications.
- European Social Policy Network. (2017) The National Roll-out of the “Social Solidarity Income” Scheme in Greece, Brussels: European Commission.
- Expert Committee on Guaranteed Minimum Income. (2017) The concept of guaranteed minimum income and its applications – Summary – Expert committee progress report. Bibliothèque et Archives nationales du Québec. Available at: https://fonsecaraquel.files.wordpress.com /2017/11/conceptrmg _sommaireeng.pdf Accessed 16 October 2020.
- Gordon, D. (2005) Indicators of Poverty & Hunger. Expert Group Meeting on Youth Development Indicators United Nations Headquarters. New York. 12th – 14th December 2005. New York.
- Hellenic Parliament. (2014) Minimum Income Schemes in European Union and Greece. A Comparative Analysis. Interim Report for the relevant Parliamentary Committees of the Hellenic Parliament. Parliamentary Budget Office.
- Hopner, M. (2019) Guaranteed minimum income for all. In: Lemb, W. (Ed): For a Europe with a future: Plea for the Primary of Social Europe. Berlin: Social Europe Publishing. pp. 33-34.
- Hümbelin, O. (2016) Nichtbezug von Sozialhilfe: Regionale Unterschiede und die Bedeutung von sozialen Normen. University of Bern Social Sciences Working Paper.
- International Monetary Fund. (2012) Greece: Request for Extended Arrangement Under the Extended Fund Facility: Staff Report; Staff Supplement; Press Release on the Executive Board Discussion; and Statement by the Executive Director for Greece. Available at: https://www.imf.org/en/Publications /CR/Issues/2016/12/31/Greece-Request-for-Extended-Arrangement-Under-theExtended-Fund-Facility-Staff-Report-Staff-25781 Accessed 26 November 2020.
- Mutual Information System on Social Protection. (2019) Guaranteed Minimum Resources. Available at: https://www.missoc.org/missoc-database/comparativetables/results/ Accessed 12 November 2020.
- Novak, J. (2015) Raising Expectations for U.S. Youth with Disabilities: Federal Disability Policy Advances Integrated Employment. Ceps Journal. 5(1) 91-110.
- Spyridakis M. (2018) ‘We Are All Socialists’: Greek Crisis and Precarization. In: Spyridakis M. (eds) Market Versus Society. Palgrave Studies in Urban Anthropology. Palgrave Macmillan, Cham.
- Spyridakis, Μ. (2019) Legitimating Poverty: The Minimum Guaranteed Income Pilot Case. In Pardo, I. and Prato, G.B. (eds) Ethnographic and Theoretical Insights. 83-103.
- World Bank Group. (2020) Poverty and Shared Prosperity 2020: Reversals of Fortune. World Bank Publications. Washington.
- Ziomas, D., Capella, A., Konstastinidou, D. (2017) The national roll-out of the “Social Solidarity Income” scheme in Greece. European Social Policy Network (ESPN). Greece: European Commission.

